Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ - ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ - ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΜΑΘΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Φράσεις λαϊκής σοφίας που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα.

Διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα

Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε. Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.

Οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές, ταυτόχρονα όμως, εύκολα διαπιστώνει κανείς, πως στην πραγματικότητα μοιραζόμαστε διαχρονικά τα ίδια πάθη, φόβους, ανησυχίες και ελπίδες.
Στα πλαίσια αυτά έχει αξία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η γνώση της λαϊκής αυτής σοφίας. Η παρουσίαση θα γίνει ανά χρονική περίοδο, αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Νεώτεροι χρόνοι.

Χτύπα ξύλο.

«Απτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Λόγω της πεποίθησης τους πως στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες (Δρυάδες/Αμαδρυάδες) χτύπαγαν το ξύλο του κορμού των δένδρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων.
Αυτή η συνήθεια συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μας συμβεί...

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, προέρχεται από τον μύθο του Αισώπου, «Ανήρ κομπαστής», και χρησιμοποιείται για όσους καυχιούνται για κάτι και το υποστηρίζουν, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας αθλητής που βρισκόταν στην Αθήνα καυχιόνταν συνέχεια ότι σε αγώνες στην Ρόδο είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Καθώς δεν τον πίστευε κανείς, αυτός έλεγε στους Αθηναίους να πάνε στη Ρόδο και να ρωτήσουν τους θεατές των αγώνων. Τότε ένας Αθηναίος πήγε στο σκάμμα, και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη «Ρόδος».Κατόπιν γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα», το οποίο έχει μείνει ως «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Το προφανές νόημα είναι ότι ο καθένας έχει οποτεδήποτε την δυνατότητα να αποδείξει τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται η επίκληση μυθικών προγόνων, κατορθωμάτων κτλ

Τα κρέμασε στον κόκορα

Οι αρχαίοι αγαπούσαν και αυτοί τα τυχερά παιχνίδια, όπως τα κότσια? ( ζάρια), αλλά και τα στοιχήματα στις κοκορομαχίες (αλεκτρυονομαχίαι). Όπως συμβαίνει και σήμερα κυρίως στην Ασία, έβαζαν δύο κοκόρια να μαλώσουν και άρχιζαν τα στοιχήματα, για τον νικητή. Έτσι, πάνω στα κοκόρια στοιχηματίζοντας, κρεμούσαν πολλές φορές ακόμα και ολόκληρες περιουσίες. Στον κόκορα κρεμούσαν τα χρήματά τους και όπως συμβαίνει συνήθως με τους παίχτες, τα έχαναν. Από τα αρχαία λοιπόν χρόνια, και από τις κοκορομαχίες, μας έμεινε και η φράση «τα κρέμασε στον κόκορα », που λέμε μέχρι και σήμερα με την ίδια σημασία.

Δε μύρισα τα νύχια μου.

Στην αρχαία Ελλάδα πριν αθλητές μπουν στο στίβο, πολλοί από τους θεατές έβαζαν μεγάλα στοιχήματα, για τον νικητή, όπως γίνεται σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα. Πολλοί ακόμη πήγαιναν στα διάφορα μαντεία, για να μάθουν το νικητή. Οι «μάντισσες», «βουτούσαν» τότε τα νύχια τους σ ένα υγρό, από δαφνέλαιο, ύστερα τα έβαζαν κοντά στη μύτη τους κι έπεφταν σ ένα είδος καταληψίας. Τότε ακριβώς έλεγαν και το όνομα του νικητή. Από το περίεργο αυτό γεγονός έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «δε μύρισα τα νύχια μου», που τη λέμε συνήθως, όταν μας ρωτούν για κάποιο γνωστό συμβάν, το οποίο εμείς δεν έχουμε μάθει.

Μη μου τους κύκλους τάραττε.

Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Συρακούσες το 212 π.Χ., μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων, κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του Αρχιμήδη, και τον βρήκαν να σχεδιάζει κύκλους στο έδαφος. Ο Αρχιμήδης τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τελειώσει τη λύση κάποιου σπουδαίου προβλήματος που τον απασχολούσε, εξού και οι κύκλοι στο έδαφος. Για αυτό και τους είπε το γνωστό «μη μου τους κύκλους τάραττε». Ο Ρωμαίος στρατιώτης όμως δυστυχώς και τους κύκλους του χάλασε, και τον Αρχιμήδη σκότωσε...!!!! Η φράση όμως έμεινε...

Κοράκιασα από τη δίψα.

Φράση που προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, σε κάποια μικρή ορεινή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, οι κάτοικοι αποφάσισαν κάποτε να κάνουν μια θυσία στο θεό Απόλλωνα. Το νερό όμως που θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες , βρίσκονταν ανάμεσα σε δύσβατα φαράγγια. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, για να φέρει το «ιερό» νερό. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το «ιερό» αυτό νερό.Έδωσαν λοιπόν, οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία, αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα, και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα, και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο διέκρινε να κινείται κοντά στους θάμνους και πέταξε για την πόλη. Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν το λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας αφού άφησε κάτω την υδρία και το φίδι, και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους.Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα. Όμως, το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα, και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε, όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε τη φράση « Κοράκιασα από τη δίψα ». Και αυτή η φράση έχει παραμείνει ως τις μέρες μας…

Ο κλέψας του κλέψαντος.

Αρχαία ελληνική έκφραση, (Αλωπεκίζειν προς ετέρα αλώπεκα). Παροιμία που λεγόταν για τους απατεώνες και μάλιστα σε περιπτώσεις που κάποιος εξ αυτών, επιχειρούσε να εξαπατήσει άλλον απατεώνα.

Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.

Φράση που χρησιμοποιείται για να υποδείξει δολιότητα. Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου, O Λαοκόων ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του Τρώες, (μάταια) να μη δεχθούν το δώρο που πρόσφεραν οι Έλληνες -οι Δαναοί- στους Τρώες, όταν υποτίθεται ότι αποφάσισαν να τερματίσουν την πολιορκία τους. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος. Δώρο που αποδείχθηκε θανάσιμο και καταστροφικό για τους Τρώες, και την αγαπημένη τους πόλη, την Τροία.

Καβάλησε το καλάμι.

Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).
Σε τρώει ή μύτη σου, ξύλο θα φας.

Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των Θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρωει το χέρι μου χρήματα θα πάρω», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διέλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία…Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

Πράσσειν άλογα.

Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λεει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: « Τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα»…Το «πράσσειν άλογα» λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση…Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογο» που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο το παράλογο, δηλαδή ,Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα…

Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη.

Σ’ έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».

Κροκοδείλια δάκρυα.

Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται και βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο παιδάκι και τρέχουν να το βοηθήσουν... Ο κροκόδειλος τότε επιτίθεται ξαφνικά και σκοτώνει το θύμα του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος, οι Έλληνες όμως έμαθαν για αυτόν από τους Φοίνικες εμπόρους, που τους γέμιζε με τρόμο και θαυμασμό για την δύναμη και την πανουργία του κροκόδειλου . Έτσι λοιπόν, παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι' αυτούς που ψευτόκλαινε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

Άρες μάρες κουκουνάρες.

Η Έκφραση προέρχεται από αρχαίες Ελληνικές κατάρες. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;)και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!

Αναγκαίο κακό.

Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ' ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «...εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ' αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ' ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό..

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος

Στην αρχαιότητα , όταν ένας γάιδαρος φώναζε πριν αρχίσει μια μάχη, νόμιζαν ότι οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε ν' αναβάλει για μερικές μέρες την επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου από το στρατόπεδο του. - Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! έκανε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας. Και διέταξε ν' αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες. Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιο φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

Δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.

Την φράση αυτή την χρωστάμε στον πατέρα της Ιατρικής τον Ασκληπιό. Όταν κάποια νεαρή τον ρώτησε, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κάνει τον νεαρό που της άρεσε να την αγαπήσει, αυτός απάντησε : «Να τον κλείσεις σ' ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, την συμβούλευσε, και αν ιδρώσουν τ αφτιά του, θα σ αγαπήσει. Αν δεν ιδρώσουν, μην παιδεύεσαι άδικα». Από την περίεργη αυτή συμβουλή του Ασκληπιού, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «δεν ιδρώνει τ’ αυτί του», που τη λέμε συνήθως, για τους αναίσθητους και αδιάφορους.

Δίνω τόπο στην οργή.

Δώσε τόπο της οργής», φράση που την βρίσκουμε στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (718): «είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου». Αυτά τα λόγια λεει ο Αίμωνας στον πατέρα του τον Κρέοντα , που επιμένει να τιμωρήσει την Αντιγόνη, γιατί δεν υπάκουσε στη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη. «Είκε» σημαίνει υποχώρησε, «θυμώ και» αντί «και θυμώ μετάοτασιν δίδου» , δηλαδή, και άλλαξε γνώμη, δηλαδή, δώσε τόπο στην οργή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου (847) λεει η θεά Αθηνά στο Χορό (των Ευμενίδων): «οργάς ξυνοίσω σοι γεραιτέρα γαρ ει». Η λ έξη οργή έχει και τη σημασία: διάθεσης, των αισθημάτων, όπως κι εδώ «θα δώσω τόπο στην οργή», θα υποχωρήσω και θα ανεχθώ τις διαθέσεις σου (ξυνοίσω που σημαίνει συνοίσω , μέλλων του συμφέρω, εδώ ανέχομαι, συγχωρώ, υπομένω), γιατί είσαι γεροντότερη (Ευριπ. Ελ. 80, Απόσπ. 31) «οργή είκειν» κ.ά.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Όταν ο Σωκράτης, σε περασμένη πια ηλικία αποφάσισε να μάθει κιθάρα, τον πείραξαν οι φίλοι του, λέγοντας του: «Γέρων ών κίθαριν μανθάνεις;...». Κι ο Σωκράτης τότε απάντησε: «Κάλλιον οψιμαθής ή αμαθής (παραμένειν)».

Του πήρε τον αέρα.

Η έκφραση αυτή έχει παραμείνει από την αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τις ναυμαχίες που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες. Οποίος μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τον αέρα μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα άρα και να νικήσει. Έτσι οποίος έπαιρνε τον αέρα ήταν και ο νικητής.

Αέρα!

Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ’ αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον την νίκην». Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα». Αλλά ποιο ήταν πάλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων). Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Τα τσούξαμε.

Στην αρχαιότητα, υπήρχαν πολλές γυναίκες, που έπιναν πολύ κρασί, ανακατεύοντας το ποτό τους με μια ειδική σκόνη, που έκανε το κρασί να γίνεται πιο πικάντικο. Απ' αυτό βγήκε και η φράση «τα τσούξαμε».

Ες αύριον τα σπουδαία.

Αυτή η παροιμιακή φράση είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ. Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της εξουσίας, αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας «εις αύριον τα σπουδαία», δηλαδή αύριο 8α διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός και οι φίλοι του.

Από μηχανής θεός.

Με την φράση «από μηχανής θεός» χαρακτηρίζουμε ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, που με την απροσδόκητη εμφάνισή του, δίνει μια λύση ή μια νέα εξέλιξη σε περίπτωση αμηχανίας ή διλήμματος. Η καταγωγή της έκφρασης αυτής, ανάγεται στην αρχαία ελληνική δραματική ποίηση και ειδικότερα στην τραγωδία. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις ο τραγικός ποιητής οδηγούσε σταδιακά την εξέλιξη του μύθου σ’ ένα σημείο αδιεξόδου, με αποτέλεσμα η εξεύρεση μιας λύσης να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Τότε, προκειμένου το θεατρικό έργο να φτάσει σε ένα τέλος, συνέβαινε το εξής: εισαγόταν στο μύθο ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί ομαλά. Η έκφραση «ο από μηχανής θεός» καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, ή καμιά φορά από καταπακτή, εάν επρόκειτο για θεό του Άδη . Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για μια περίπτωση επιφάνειας (θεϊκής δηλαδή εμφάνισης στους θνητούς), που συνέβαινε στο τέλος μιας τραγωδίας, διευκολύνοντας τον τραγικό ποιητή να δώσει μια φυσική λύση στο μύθο του έργου του.

Τα σπάσαμε.

Οι αρχαίοι Κρήτες την παραμονή του γάμου τους, συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα. Από αυτή την συνήθεια βγήκε η φράση «τα σπάσαμε» που τη λέμε μετά από κάθε διασκέδαση.

Τρωει τα νύχια του για καυγά.

Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρωει τα νύχια του για καβγά».

Για ψύλλου πήδημα.

Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, κατάφευγαν στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ' ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο με νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο -αν δεν πνιγόταν δηλαδή-τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ' έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ' όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: «Για ψύλλου πήδημα».

Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.

Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ.

Θα γίνω χαλί να με πατήσεις.

Στην Βυζαντινή εποχή υπήρχαν ειδικοί δάσκαλοι, που δίδασκαν την κολακεία σε ενδιαφερόμενους, που ήθελαν να πετύχουν κάποια θέση στα ανάκτορα. Όλοι αυτοί ονομάζονταν «αυλοκόλακες» και πολλές φορές με την κολακεία τους, κατάφερναν να φτάσουν σε μεγάλα αξιώματα και να γίνουν τύραννοι του λαού. Κάποτε, σε μια λαϊκή εξέγερση, μερικοί επαναστάτες έπιασαν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το Β' και του έκοψαν τη μύτη! Και οι εφτά τότε κόλακές του, έκοψαν κι αυτοί τη δική τους μύτη, για να μη υπερέχουν σε τίποτα από αυτόν. Όταν ο Αυτοκράτορας ήθελε να καβαλήσει το άλογό του, οι κόλακες μάλωναν μεταξύ τους ποιος θα πρωτοσκύψει για να πατήσει επάνω στην πλάτη του ο αυτοκράτορας. Άλλοτε πάλι, για να μη λερώσει τα κόκκινα σανδάλια του, οι κόλακες έπεφταν κατάχαμα μέσα στις λάσπες και τις ακαθαρσίες, ενώ ο αφέντης πατούσε επάνω τους, για να μπει στο παλάτι του. Από την τελευταία αυτή ταπεινή πράξη των αυλοκολάκων έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «θα γίνω χαλί να με πατήσεις», που τη λέμε συνήθως, όταν θέλουμε να πείσουμε κάποιον, από τον οποίο ζητάμε μια χάρη, ή να τον ευχαριστήσουμε για κάποιο σκοπό.

Κάνει την πάπια.

Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδάτορας- ονομαζόταν Παπίας. Με τον καιρό αυτό το όνομα έγινε τιμητικός τίτλος, που δίνονταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Κάποτε – όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β’ – Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες. Όταν κάποιος τού παραπονιόταν πως τον αδίκησε έλεγε υποκριτικά «Είσαι ο καλύτερός μου φίλος. Πως μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;» Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο.
Γι’ αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λεει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του έλεγαν ειρωνικά «Ποιείς τον Παπία;» Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

Έμεινε στα κρύα του λουτρού.

Έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο, και στα μικτά (αντρών και γυναικών) ατμόλουτρα (χαμάμ) τα οποία ήταν πολύ διαδεδομένα. Με την σύνοδο της Λαοδικείας, όμως και σύμφωνα με τον Λ' κανόνα της, απαγορεύτηκαν τα μικτά λουτρά. Τις πρώτες, ωστόσο, μέρες της απαγόρευσης, παρόλο την απαγόρευση, πολλοί αδιαφορούσαν και πήγαιναν να πάρουν εκεί το μπάνιο τους. Αλλά μόλις άρχιζαν το λούσιμο τους, τους έκοβαν το ζεστό νερό και έτρεχε μόνο κρύο. Από αυτό, βγήκε και η φράση: «έμεινε στα κρύα του λουτρού».

Έφαγε το ξύλο της χρονιάς.

Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν σχεδόν όλοι, καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά έδερναν κι αυτοί τους μαθητές, αλλά μόνο μια φορά το χρόνο, τον Αύγουστο, που σταματούσαν τα μαθήματα, για να ξαναρχίσουν πάλι τέλη Σεπτεμβρίου. Έτσι κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο, για να φαει το ξύλο του. Έτσι είχαν την εντύπωση, ότι τον ένα μήνα, που θα έλειπαν από το σχολείο, θα ήταν φρόνιμοι. Από αυτό βγήκε και η φράση: «έφαγε το ξύλο της χρονιάς του», που τη λέμε, όταν μαθαίνουμε, πως κάποιος τις έφαγε για τα καλά.
Μάλλιασε η γλώσσα μου.
Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο, που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : «μάλλιασε η γλώσσα μου», που την λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.

Μας άλλαξαν τα φώτα.

Οι Βυζαντινοί τιμωρούσαν πολλούς εγκληματίες, με έναν απάνθρωπο τρόπο. Τους κρέμαγαν και τους έβαζαν φωτιά στα πόδια, αφήνοντας τους να καίγονται σαν λαμπάδες. Και φαίνεται πως οι δολοφόνοι ήταν πολλοί την εποχή εκείνη, αφού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φώτιζαν τον Κεράτιο κόλπο. Αργότερα όμως η τιμωρία αυτή θεώρησε βάρβαρη και οι εγκληματίες αντικαταστάθηκαν με αληθινούς πυρσούς. Αυτοί ωστόσο, που ήθελαν να καίγονται οι εγκληματίες, έλεγαν δυσαρεστημένοι: «Μας άλλαξαν τα φώτα».

Τον έσπασα στο ξύλο.

Στο Βυζάντιο όταν ο δικαστής έβγαζε την απόφαση να τιμωρηθεί κάποιος που είχε υποπέσει σε παράπτωμα, τότε του επέβαλλαν την ποινή της μαστίγωσης. Το μαστίγωμα -που γινόταν συνήθως σε δημόσιο χώρο, για να παραδειγματίζεται ο λαός-ήταν φοβερό και το εκτελούσαν ειδικοί «ραβδισταί». Οι ραβδιστές αυτοί έπαιρναν τον κατηγορούμενο και τον έδεναν γυμνό πάνω σε μια σανίδα. Μετά άρχιζαν να τον χτυπούν με τα ραβδιά τους, σπάζοντας του έτσι τα χέρια, κεφάλι, πόδια κλπ . Από την απάνθρωπη αυτή τιμωρία έμειναν ως τα χρόνια μας οι φράσεις: «τον έσπασα στο ξύλο» ή «τον τσάκισα στο ξύλο», που τις λένε συνήθως αυτοί που έρχονται στα χέρια με κάποιον εχθρό τους.

Αυτός θέλει ξύλο με βρεγμένη σανίδα/ Θα στις βρέξω.

Είναι συνηθισμένη η φράση που άκουμε από μικρή ηλικία: «Κάτσε ήσυχα, γιατί θα στις βρέξω» ή «τους τις έβρεξα για τα καλά», δηλαδή τον ξυλοκόπησα για τα καλά. Θα σου τις βρέξω σημαίνει, ότι θα του καταφέρω χτυπήματα βροχηδόν. Στα παλιά τα χρόνια, όταν κάποιον τον έβαζαν στη φάλαγγα (τρόπος βασανισμού), πριν του χτυπήσουν τα πόδια του με μια βίτσα, του τα έβρεχαν γιατί έτσι θα πονούσε περισσότερο. Γνωστό επίσης είναι ότι στην Αρχαία Ελλάδα, καθώς και στο Βυζάντιο, οι λιποτάκτες, οι δειλοί, οι προδότες, τιμωρούνταν με τη «φάλαγγα». Η φάλαγγα ήταν ένα ξύλινο ικρίωμα, ένα μέτρο ψηλό, που είχε δυο τρύπες στη μέση. Στις τρύπες αυτές περνούσαν γυμνά τα πόδια του τιμωρημένου, ο οποίος βρισκόταν έτσι μισοκρεμασμένος από το πίσω μέρος του ικριώματος. Σε εκείνη τη θέση λοιπόν, όλοι οι συμπατριώτες του - ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του - ήταν υποχρεωμένοι με ειδικό νόμο, να του δώσουν δεκατρία χτυπήματα, στις γυμνές πατούσες. Πριν όμως τον δείρουν έβρεχαν τις βίτσες τους , κι αυτό γιατί τα χτυπήματα έτσι ήταν πιο οδυνηρά.

Άστον να κουρεύεται.

Στα Βυζαντινά χρόνια ήταν συνηθισμένο και αγαπημένο το θέαμα της διαπόμπευσης. Οι τιμωρούμενοι ήταν οι κλέφτες, οι μεθυσμένοι, και αντάρτες, πολλές φορές όμως και εξέχοντα πρόσωπα. Πρώτα τους κούρευαν, τους μουτζούρωναν με τις παλάμες τους που είχαν γεμίσει με κάρβουνο, (εξού και η Μούντζα), και ύστερα άρχιζε η περιφορά στους δρόμους και στις πλατείες της βασιλεύουσας των πόλεων. Γινόταν πραγματικό πανδαιμόνιο, αφού τους πετούσαν τενεκέδες, σάπια φρούτα, λεμόνια, ενώ τους κρέμαγαν και κουδούνια.

Βγήκε ασπροπρόσωπος.

Στο Βυζάντιο πολλές φορές, αντί να αλείψουν το πρόσωπο του διαπομπευμένου με κάρβουνο, τον άλειφαν με σινωπίδιον, ένα είδος κόκκινης μπογιάς. Όταν κατά την ανάκριση αποδεικνυόταν πώς κάποιος ήταν αθώος, τότε παρουσιαζόταν στην κοινωνία με λευκό πρόσωπο, ενώ ο ένοχος ήταν μουτζουρωμένος (μαυροπρόσωπος). Έτσι έχουμε τις φράσεις: «Βγήκε ασπροπρόσωπος» και «κοίταξε να μη με μουτζουρώσεις» δηλαδή, να μη με κάνεις να ντραπώ από τη συμπεριφορά σου.

Του έψησε το ψάρι στα χείλη.

Ο λαός του Βυζαντίου γιόρταζε με μεγάλη κατάνυξη και πίστη όλες τις μέρες της Σαρακοστής. Το φαγητό του ήταν μαρουλόφυλλα βουτηγμένα στο ξίδι, μαυρομάτικα φασόλια, φρέσκα κουκιά και θαλασσινά. Στα μοναστήρια, όμως, ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αλλά πολλοί καλόγεροι κρυφά δεν τηρούσαν την νηστεία. Αν τύχαινε λοιπόν κάποιος απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων -ότι είχε σπάσει δηλαδή τη νηστεία του- καταγγελλόταν αμέσως στο ηγουμενοσυμβούλιο και καταδικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές. Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγουμενοσυμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να…ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Αλλά ωστόσο έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη».

Τον πήραν στο ψηλό.

Στο Βυζάντιο, συχνά ο καταπιεζόμενος λαός ξεσηκωνόταν. Όταν μια λαϊκή εξέγερση πετύχαινε, οι επαναστάτες ανακήρυσσαν δικό τους βασιλιά, έδιωχναν τους παλιούς αξιωματούχους της Αυλής κι έβαζαν δικούς τους στη θέση τους. Στη «Βασιλεύουσα» υπήρχε -έξω από το Επταπύργιο- ένα μέρος που ονομαζόταν Ψηλό, όπως εξακολουθεί να λέγεται ακόμη και σήμερα. Κι αυτό, γιατί η τοποθεσία ήταν πάνω από τη θάλασσα, δηλαδή ήταν μέρος ψηλό. Στο σημείο αυτό, οι επαναστάτες έσερναν αλυσοδεμένους τους πρώην βασανιστές τους, τους κρεμούσαν σ' ένα δέντρο κι άρχιζαν να τους διαπομπεύουν με το χειρότερο τρόπο. Μικροί και μεγάλοι, περνούσαν μπρος από τον τιμωρούμενο και τον έφτυναν ή του έριχναν λεμονόκουπες κλπ. Ύστερα τον ξεκρεμούσαν κι έτσι δεμένο τον πετούσαν στη θάλασσα. Από το περιστατικό αυτό και από την ονομασία της τοποθεσίας που πήγαιναν τους τιμωρημένους βγήκε η φράση «τον πήραν στο ψηλό».

Τον κόλλησε στον τοίχο.

Κάποτε, στον καιρό του Ρωμανού του Διογένη, ένας από τους στρατηγούς του, ο Ιωάννης Δημαράς, βγήκε μια νύχτα στους δρόμους του Βυζαντίου μαζί με τη συντροφιά του και όσους διαβάτες έβλεπε μπροστά του, τους έπιανε μαζί με την παρέα του και τους κολλούσε στον τοίχο μ' ένα είδος ρετσινιού και πίσσας, που υπήρχαν σε κάθε γωνιά, για να φωτίζονται οι δρόμοι. Το... αστείο αυτό έκανε τόση εντύπωση την επόμενη το πρωί, ώστε από εκείνη την ημέρα όλοι οι άρχοντες της Κωνσταντινούπολης, έβγαιναν σχεδόν κάθε νύχτα στους δρόμους, για να βρουν κανέναν αργοπορημένο και να τον κολλήσουν στον τοίχο. Από τότε, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «τον κόλλησε στον τοίχο», που τη λέμε συνήθως, όχι μονάχα όταν ένα άτομο αδικεί ένα άλλο, αλλά κι όταν ακόμη βάζουμε κάποιον αναιδή στη θέση που του αξίζει.

Του έβαλε τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι.

Όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διατηρούσαν στα παλάτια τους νάνους, για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσια τους. Οι «τζουτζέδες» αυτοί -όπως τους έλεγαν- ήταν σχεδόν παντοδύναμοι και μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο ή ν' ανεβάσουν στα ψηλότερα αξιώματα, όποιον ήθελαν: Οι αυτοκράτορες τους είχαν φοβερή αδυναμία και ποτέ δεν τους χαλούσαν το χατίρι, σε καμιά περίπτωση. Τους είχαν, ακόμη, ως μυστικοσυμβούλους και κατάσκοπους. Μόνον όταν έπεφταν σε βαρύ παράπτωμα τρεις φορές, τιμωρούνταν κι αυτοί με μια περίεργη τιμωρία. Τους έβαζαν τα δυο πόδια μέσα στο ίδιο υπόδημα και τους άφηναν να κυκλοφορούν, χοροπηδώντας. Η τιμωρία αυτή κρατούσε από τέσσερις μέχρι έξι μήνες. Στο τέλος, ο νάνος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το αφάνταστο αυτό μαρτύριο και έπεφτε στα πόδια του αυτοκράτορα, για να του ζητήσει έλεος. Έτσι, έμεινε η φράση: «Μου έβαλε ή του έβαλε τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι».

Του μπήκαν ψύλλοι στ' αφτιά.

 Οι Βυζαντινοί ήταν άφθαστοι να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες. Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ' αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας Ιουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλά ένα «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι' αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Ο Ιουλιανός θύμωσε, μα παραδέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ' αφτιά του ωτακουστή... ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές να τρελαθεί. Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση: «του μπήκαν ψύλλοι στ' αφτιά».

Πέθανε στην ψάθα.

Στην Κωνσταντινούπολη, την περίοδο της παντοδυναμίας της, υπήρχαν αρκετές συνοικίες που οι κάτοικοί της ζούσαν πολύ φτωχά. Αρκετοί μάλιστα δεν είχαν καν ρούχα να φορέσουν και βολεύονταν με παλιοκούρελα, με τα οποία σκέπαζαν το γυμνό σώμα τους. Τα σπίτια τους ήταν αληθινές τρώγλες και όταν τύχαινε να πέσει καμιά επιδημία, πέθαιναν κάθε μέρα εκατοντάδες άνθρωποι χωρίς να τους παρασχεθεί καμιά βοήθεια. H χειρότερη συνοικία της Κωνσταντινούπολης ήταν η Μπάρα, που την κατοικούσαν αποκλειστικά εταίρες και άποροι. Οι τελευταίοι δεν είχαν δει στη ζωή τους κρεβάτι και κοιμόντουσαν πάνω σε ψάθες που έφτιαχναν οι ίδιοι. Από τότε όταν πεθαίνει κανείς πολύ φτωχός λέμε, «αυτός πέθανε στην ψάθα».

Πήρε το κρίμα στον λαιμό του.

Στην εποχή του Βυζαντίου, όταν κάποιος πλούσιος καταδικαζόταν να μείνει στη φυλακή είχε το δικαίωμα να βάλει κάποιον άλλον στη θέση του, τον οποίο βέβαια πλήρωνε πλουσιοπάροχα. Φυσικά το δικαίωμα αυτό δεν το είχαν οι βαρυποινίτες, αλλά μόνον όσοι καταδικάζονταν με φυλάκιση το πολύ μέχρι έναν χρόνο. Οι άνθρωποι εκείνοι που δέχονταν να μπουν στη φυλακή στη θέση των πλουσίων καταδικασθέντων ονομάζονταν «κριματάρηδες», επειδή έπαιρναν τα αμαρτήματα των άλλων επάνω τους. Από τότε έμεινε στις νεώτερες γενιές η φράση «πήρε το κρίμα στον λαιμό του».

Τα έβγαλε στη φόρα.

Στη Βυζαντινή εποχή, υπήρχε ένα είδος «κηρύκων», που έκαναν μια πολύ περίεργη δουλειά. Όταν κατηγορούσαν κάποιον για κλοπή, για λεηλασία ή και για φόνο ακόμα -χωρίς, όμως, αυτός που τον κατηγορούσε να έχει χειροπιαστά στοιχεία- ο «κήρυκας» αναλάμβανε να τον κατηγορήσει δημόσια, παίρνοντας πάνω του όλη την ευθύνη. Έβγαινε, λοιπόν, σε μια κεντρική πλατεία, ανέβαινε σ' ένα πεζούλι κι όταν το πλήθος συγκεντρωνόταν, για να τον ακούσει, άρχιζε με δυνατή φωνή το κατηγορητήριο: «Αδελφοί του Χριστού», έλεγε, «ο τάδε έκανε αυτή την κακή πράξη και πρέπει να τιμωρηθεί από το θεό και τους νόμους. Επειδή, όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά εναντίον του, για να τον παραδώσουμε στο δικαστήριο, γι' αυτό, όσοι γνωρίζουν κάτι σχετικό με την υπόθεση, να 'ρθουν να μας το πουν. Αυτοί που δεν τολμούν να παρουσιαστούν μπροστά μας, να τον καταγγείλουν, θα είναι καταραμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Το κορμί τους να βγάλει τις πληγές του Φαραώ και τα παιδιά τους, όπως και τα παιδιά των παιδιών τους, θα διψούν και δε θα βρίσκουν νερό κλπ.». Οι «κήρυκες» αυτοί είχαν καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος του λαού. Όπως, όμως, ήταν επόμενο, ύστερα από τις φοβερές αυτές κατάρες, εκείνος που ήξερε κάτι για τον ένοχο, έτρεχε να τον καταγγείλει στην αγορά («φόρουμ» στα λατινικά), για να έχει ήσυχη τη συνείδηση του. Δηλαδή, «του τα έβγαλε στο φόρουμ που σημαίνει στη φόρα», όπως κατάντησε να λέγεται τότε.

Τύπος και υπογραμμός.

Στα σχολεία της κατώτερης εκπαίδευσης των Βυζαντινών χρόνων, ο δάσκαλος που πρωτομάθαινε τους αρχάριους γραφή, έπαιρνε την πλάκα του μαθητή και έγραφε στην αρχή της με όλη την καλλιγραφική ικανότητα, πρώτα γράμματα κι αργότερα λέξεις και φράσεις. Ύστερα τραβούσε μια γραμμή κάτω από αυτό το υπόδειγμα, για να συνεχίσει κατόπιν ο μαθητής. Αυτό ακριβώς το υπόδειγμα λεγόταν τύπος και υπογραμμός .

Έγινε στο πι και φι.

 Στα σχολεία του Μεσαίωνα οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί σε αφάνταστο βαθμό. Όταν μάθαιναν στα παιδιά τα χειλόφωνα σύμφωνα – δηλαδή το πι, το βήτα και το φι – τους έλεγαν ότι έπρεπε να τα απαγγείλουν γρήγορα και με καθαρή άρθρωση.

Και οι τοίχοι έχουν αφτιά.

Από τα αρχαιότατα χρόνια και ως το Μεσαίωνα, η άμυνα μιας χώρας εναντίον των επιδρομέων, ήταν, κυρίως, τα τείχη που την κύκλωναν. Τα τείχη αυτά χτιζόντουσαν, συνήθως, με τη βοήθεια των σκλάβων και των αιχμαλώτων που συλλαμβάνονταν στις μάχες. Οι μηχανικοί, όμως, ανήκαν απαραίτητα στο στενό περιβάλλον του άρχοντα ή του βασιλιά, που κυβερνούσε τη χώρα. Τέτοιοι πασίγνωστοι μηχανικοί, ήταν ο Αθηναίος Αριστόβουλος -ένας από αυτούς που έχτισαν τα μεγάλα τείχη του Πειραιά- ο Λαύσακος, που ήταν στενός φίλος του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και ο Ναρσής, που υπηρετούσε κοντά στο Λέοντα το Σγουρό. Όταν ο τελευταίος, κυνηγημένος από τους Φράγκους κλείστηκε στον Ακροκόρινθο, ο Ναρσής του πρότεινε ένα σχέδιο φρουρίου, που έγινε αμέσως δεκτό. Το χτίσιμο του κράτησε ολόκληρο χρόνο κι όταν τέλειωσε, αποδείχτηκε πράγματι πως ήταν απόρθητο. Στα τείχη του φρουρίου ο Ναρσής έκανε και μια καινοτομία εκπληκτική για την εποχή του. Σε ορισμένα σημεία, τοποθέτησε μερικούς μυστικούς σωλήνες από κεραμόχωμα, που έφταναν, χωρίς να φαίνονται, ως κάτω στα υπόγεια, τα οποία χρησίμευαν για φυλακές. Όταν κανείς, λοιπόν, βρισκόταν πάνω στις επάλξεις του πύργου, από κει ψηλά μπορούσε ν’ ακούσει από μέσα από τους σωλήνες, ό,τι λεγόταν από τους αιχμαλώτους, που ήταν κλεισμένοι εκεί. Ήταν, να πούμε, ένα είδος «μικρόφωνου» της εποχής του. Τότε όμως τα έλεγαν «ωτία». Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε ακόμα στην όπερα του Μπετόβεν «Φιντέλιο». Εκεί υπάρχει το τραγούδι των φυλακισμένων που τελειώνει με τη φράση: «Έχουν και οι τοίχοι αφτιά». Και ο λόγος - η φράση αυτή έμεινε παροιμιώδης από το εξής περιστατικό: Σ’ ένα από τα μουσικά απογευματινά που έδινε η βασίλισσα Αμαλία, σύζυγος του Όθωνα, έπαιξε πιάνο και τραγούδησε η ανιψιά του Κωλέττη, που είχε σπουδάσει στην Ευρώπη. Τελειώνοντας, λοιπόν, το τραγούδι με τη φράση «έχουνε και οι τοίχοι αφτιά», οι αντιοθωνικοί βρήκαν την ευκαιρία να διαδώσουν τη φράση αυτή σαν σύνθημα, λέγοντας, συγχρόνως, να φυλάγονται από τους κατασκόπους των Βαυαρών.

Κάθομαι στ’ αγκάθια.

Όταν στα 1204 οι Φράγκοι Σταυροφόροι -μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης- ήρθαν να κυριέψουν το Μωρία με το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο, πολλούς κόπους και θυσίες, κατόρθωσαν, ύστερα από σαρανταένα χρόνια, να πολιορκήσουν τη Μονεμβασία, που έμενε η τελευταία ακυρίευτη, ακόμη, πολιτεία από το βασίλειο του Μωρία. Οι πολιορκημένοι όμως άντεχαν παλικαρίσια και, παρ’ όλες τις προσπάθειες τους, οι Φράγκοι δεν κατόρθωναν να μπουν και να καταλάβουν το κάστρο της. Μερικοί απ’ αυτούς τότε -κάπου τριακόσιοι- αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τους συντρόφους τους και να φύγουν, γιατί είχαν βαρεθεί το μάταιο αγώνα τους. Αυτό, όμως, θεωρήθηκε προδοσία κι ένας Φράγκος ανώτερος αξιωματικός -ο Ραούλ Πίζος- τους συνέλαβε όλους και τους τιμώρησε μ' ένα πολύ αυστηρό όσο και παράξενο τρόπο: Τους έγδυσε και τους κάθισε πάνω σε μυτερά αγκάθια. Όταν ο Βιλλαρδουίνος έμαθε την απάνθρωπη τιμωρία των στρατιωτών του, διέταξε τους άλλους αξιωματικούς να τον πιάσουν και να τον τιμωρήσουν με τον ίδιο τρόπο. Οι στρατιώτες που ήθελαν να φύγουν, εκτίμησαν την πράξη αυτή του αρχηγού τους κι έμειναν. Από το γεγονός αυτό, παρέμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «κάθομαι σε αγκάθια» που τη λέμε συνήθως, όταν μας βασανίζει κάτι.

Τα βρήκε μπαστούνια.

Χρησιμοποιούμε σήμερα την παροιμιώδη φράση «τα βρήκα μπαστούνια», όταν θέλουμε να πούμε ότι συναντήσαμε σοβαρά εμπόδια και δυσκολίες σε κάτι που επιχειρήσαμε να κάνουμε. Ο πολύς κόσμος, πιστεύει λανθασμένα ότι με τον όρο «μπαστούνια» εννοούνται οι φιγούρες τις τράπουλας ή τα πραγματικά μπαστούνια (μαγκούρες), κάτι όμως το οποίο δεν είναι σωστό. Η προέλευση της φράσης ανάγεται σε ένα πραγματικό γεγονός, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από μια μονομαχία. Εκατό χρόνια μετά το πάρσιμο του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή αυτή την επέτειο. Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών. Νικητές ξεχώρισαν δυο: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος -μόλις 20 χρονών- και ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος. Εκείνη την ημέρα κάλεσε σε μονομαχία ο «Μπάιλος» του Μορέα, Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς Ιωάννη, που φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του κι αρνήθηκε να χτυπηθεί με την πρόφαση ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο. Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, γιατί ανέβηκε πάνω σ’ αυτό το ίδιο το άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: «Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο». Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν «μπαστέν» και οι Έλληνες τα έλεγαν «μπαστούνια». Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο. Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό «μπαστούνι». Και τα δυο τα βρήκε «μπαστούνια». Ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος. Από τότε έμεινε η φράση: «Τα βρήκε μπαστούνια» .

Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.

Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: «Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν' έλα», που σημαίνει: έρχομαι από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή. Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο συνάντησης τους την κορυφή του λόφου.

Δεν περνά η μπογιά της.

Ο Νικήτας Χανιώτης γράφει πως όταν οι Φράγκοι πήραν την θεοφύλακτη Πόλη κι αντίκρισαν τις βυζαντινές δέσποινες, έμειναν κυριολεκτικά με το στόμα ανοικτό. Για να φαίνονται «γαϊτανοφρύδες», ξύριζαν τα φρύδια τους και τα ζωγράφιζαν από πάνω. Έβαζαν μπλε σκιές στα μάτια και κόκκινο στα νύχια. Ξεκολλούσαν τις τρίχες των ποδιών τους μ' ένα μίγμα καραμέλας και μαστίχας και ξάνθαιναν τα μαλλιά τους με ένα άγνωστο υγρό. Στην αγορά της Κωνσταντινούπολης υπήρχαν πολλά μαγαζιά, που πουλούσαν διάφορες αλοιφές για το πρόσωπο και το σώμα. Οι καλύτερες όμως αλοιφές ήταν εκείνες που έφτιαχναν οι γυναίκες του λαού με βότανα, γάλα, μέλι και μεδούλι. Τα παράξενα όμως καλλυντικά τ' αγόραζαν και αυτοκράτειρες, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την ομορφιά τους, για να μη χάσουν την αγάπη του συζύγου τους. Ό,τι κι αν έκαναν όμως, όταν περνούσε η πρώτη τους νεότητα, δεν υπήρχε πια ελπίδα να ξαναγίνουν ωραίες, οι αυτοκράτειρες έτρεχαν να βρουν αλλού την εσωτερική τους χαρά. Ο λαός ωστόσο, που τα παρατηρεί και τα σατιρίζει όλα, όταν έβλεπε το βασιλιά του να πηγαίνει με άλλες γυναίκες, έλεγε ειρωνικά για τη βασίλισσα: «Δεν περνά πια η μπογιά της». Δηλαδή οι αλοιφές και τα χρώματα που έβαζε, δεν την ωφελούσαν σε τίποτε.

Του τα 'ψαλα από την καλή κι από την ανάποδη.

Το Σεπτεμβρίου του 1155, σε ένα μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, συνέβησαν τέτοια έκτροπα, ώστε ο ίδιος ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ Κομνηνός διέταξε να τιμωρηθούν όλοι με τις πιο βαριές ποινές της σκληρής εκείνης εποχής. Πολλοί τυφλώθηκαν τότε, άλλοι εξορίστηκαν κι αυτοί που ρίχτηκαν στα φοβερά μπουντρούμια των φυλακών του Επταπυργίου, ήταν υποχρεωμένοι να προσεύχονται και να ψάλλουν, φωναχτά είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι φύλακες παρακολουθούσαν άγρυπνα. Όσους έβλεπαν να σταματούν έστω και για ένα λεπτό, τους βίαζαν να συνεχίσουν. Οι προσευχές διαβαζόντουσαν μέσα σε χοντρά εκκλησιαστικά βιβλία. Όταν λοιπόν, οι προσευχές τελείωναν αντί να τις πιάσουν από την αρχή, έπρεπε να τις διαβάσουν από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή ανάποδα. Από αυτό βγήκαν οι φράσεις «του τα ψαλα από την καλή κι από την ανάποδη» και «τα έμαθα απ έξω κι ανακατωτά», γιατί οι τιμωρημένοι έφτασαν στο σημείο από τις πολλές φορές που έλεγαν τις προσευχές, να τις μαθαίνουν από έξω κι ανακατωτά.

Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε.

Οι Φράγκοι, που είχαν υποδουλώσει άλλοτε την Ελλάδα, έκαναν τόσα μαρτύρια στους κατοίκους, ώστε οι Έλληνες τούς βάφτισαν «Σκυλόφραγκους». Ό,τι είχαν και δεν είχαν, τούς το έπαιρναν, κυρίως όμως ενδιαφερόντουσαν για το αλεύρι, που τούς ήταν απαραίτητο για να φτιάχνουν ψωμί. Κάποτε σ’ ένα χωριουδάκι της Πάτρας μπήκαν μερικοί στρατιώτες σ’ ένα μύλο και απαίτησαν από τον μυλωνά να τους αλέσει όλο το σιτάρι που υπήρχε εκεί, με την υπόσχεση ότι θα τού πλήρωναν τ’ αλεστικά. Ο μυλωνάς ονομαζόταν Γιάννης Ζήσιμος, κι ήταν γνωστός για την παλικαριά του και την εξυπνάδα του. Όταν είδε τους Φράγκους να θέλουν να τού αρπάξουν το βιος του με το έτσι το θέλω, φούντωσε ολόκληρος. Συγκρατήθηκε, όμως, και δικαιολογήθηκε ότι δεν μπορεί μόνος του ν’ αλέσει τόσες οκάδες σιτάρι. Οι στρατιώτες τού είπαν τότε ότι θα τον βοηθούσαν αυτοί. Ο Ζήσιμος τούς πέρασε στον μύλο και τούς είπε δήθεν ευγενικά: «Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε». Ύστερα τούς κλείδωσε μέσα κι έβαλε φωτιά στο μύλο. Εκεί τούς έκαψε όλους σαν ποντίκια κι αυτός εξαφανίστηκε.Από τότε έμεινε ο λόγος σαν παροιμιώδης έκφραση, αν και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως το πρώτο μισό της φράσης (μπάτε σκύλοι) για να δηλώσει το «ξέφραγο αμπέλι».

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

 Έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο. Την εποχή λοιπόν που οι Τούρκοι προσπαθούσαν να καταλάβουν την Πόλη, χρησιμοποιούσαν εμπορικά πλοία στα οποία έδεναν ένα μικρό καραβάκι από πίσω, προκειμένου να μεταφέρουν τα πυρομαχικά. Το καραβάκι αυτό είχε σχήμα αχλαδιού. Έτσι λοιπόν όταν οι φρουροί των τειχών έβλεπαν ένα τέτοιο πλοίο καταλάβαιναν από το καραβάκι ότι ήταν πολεμικό και όχι εμπορικό. Φώναζαν λοιπόν για να προειδοποιήσουν τους υπολοίπους «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», αναφερόμενοι στο καραβάκι με τα πυρομαχικά.

Καρφί δεν του καίγεται.

Όσο οι Τούρκοι έζωναν στενότερα την Κωνσταντινούπολη, τόσο οι Βυζαντινοί πρόσεχαν και οχύρωναν την Πελοπόννησο, για να την έχουν σαν καταφύγιο. Όταν ήρθε να καλογερέψει εδώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός, περιγράφει το Μυστρά «Σκυθίας ερημότερον». Οι επιδρομές των Σαρακηνών, οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Φράγκους της Αχαΐας και η αιώνια φαγωμάρα των τοπικών αρχόντων, είχαν καταστρέψει ολότελα τον τόπο. Κανείς δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του ούτε μέρα ούτε νύχτα, χωρίς να βαστά όπλα. Οι Παλαιολόγοι έβαλαν τάξη, ειρήνεψαν τα μέρη και με το Μυστρά, που έφτασε να ’χει σαράντα χιλιάδες κάτοικους, ζωντάνεψαν τον ελληνισμό εκείνους τους χρόνους. Παρ όλ' αυτά ολόκληρη η Πελοπόννησος κι ο Μυστράς μαζί, λίγο έλειψε να επαναστατήσουν, όταν τη θέση του γενικού τοποτηρητή πήρε ο Δημήτριος Παντεχνής, άνθρωπος που παρίστανε το θαυματοποιό. Πραγματικά, ο Παντεχνής φαίνεται πως γνώριζε την τέχνη του ταχυδακτυλουργού, γιατί πολλοί σύγχρονοι του αναφέρουν πως έκανε καταπληκτικά πράγματα. Κι ένα απ' όλα είναι, ότι εξαφάνιζε νομίσματα και χρυσαφικά μόλις τ άγγιζε και κατηγορούσε κατόπιν τους άλλους για κλέφτες. Επειδή έκανε πολλά τέτοια, ο λαός αποφάσισε να τον τιμωρήσει με την ποινή της παραμόρφωσης. Δηλαδή, μ ένα πυρακτωμένο καρφί, έκαναν στο πρόσωπο του τιμωρούμενου διάφορα σημάδια. Το καρφί, όμως, που έφεραν για να παραμορφώσουν τον Παντεχνή, παρόλο που το έβαλαν σε δυνατή φωτιά και το άφησαν εκεί πολλή ώρα, παρέμεινε τελείως κρύο. Το παράξενο αυτό φαινόμενο τόσο πολύ τρόμαξε το πλήθος, ώστε τον παράτησε κι έφυγε λέγοντας «το καρφί δεν του καίγεται», για να μείνει από τότε η παροιμιώδης φράση: «Καρφί δεν του καίγεται», που στην επέκταση της τη λέμε και για τα άτομα εκείνα που αδιαφορούν για τον πλησίον τους.

Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος.

«Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» λέμε οι νεότεροι Έλληνες όταν πρόκειται για θορυβώδη συνάθροιση ή μεγάλη ακαταστασία. Ποιος είναι όμως αυτός ο Κουτρούλης και γιατί ο γάμος του να γίνει παροιμιώδης; Ο ιππότης Ιωάννης ο Κουτρούλης, που πιθανώς ζούσε στη Μεθώνη, συγκατοίκησε με γυναίκα που είχε φύγει από το συζυγικό σπίτι μετά από σκάνδαλο, όπως φαίνεται. Η μη νόμιμη αυτή συγκατοίκηση τράβηξε την προσοχή της εκκλησίας, η οποία αφόρισε τη γυναίκα.Πέρασαν εν τω μεταξύ δεκαεφτά χρόνια, και ο Κουτρούλης, μη εννοώντας να απομακρυνθεί από τη γυναίκα, πάντοτε προσπαθούσε να του επιτραπεί να την παντρευτεί νόμιμα. Πόσο μεγάλο θα ήταν το σκάνδαλο, και επομένως πόσο γνωστό στη μικρή κοινωνία της Μεθώνης, ο καθένας το φαντάζεται. Ο νόμιμος και πρώτος σύζυγος που αντιδρούσε, για δεκαεφτά χρόνια βασάνιζε τον Κουτρούλη.Τα πράγματα όμως μεταβλήθηκαν το Μάιο του 1394. Ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ’, στον οποίο η αφορισθείσα παρουσίασε διαζύγιο που είχε γίνει επί του εν τω μεταξύ αποθανόντος επισκόπου Μεθώνης Καλογεννήτου, με το οποίο ο γάμος θεωρούνταν νομίμως διαλυμένος, αναγνώρισε το δίκιο της και με γράμματά του και προς τον μητροπολίτη Μονεμβασίας και τον επίσκοπο Μεθώνης επιτρέψτε την με τις ευχές της εκκλησίας τέλεση του γάμου, εάν όμως αποδεικνυόταν ότι ο Κουτρούλης δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σχέση με τη γυναίκα, με την οποία συγκατοικούσε, για όσο αυτή ζούσε με τον πρώτο σύζυγό της.Τι αποδείχτηκε δεν ξέρουμε. Φαίνεται όμως ότι η ανάκριση των ιεραρχών πιστοποίησε την αθωότητα του Κουτρούλη και έτσι ο γάμος έγινε. Αν θα γίνει ή όχι ο γάμος, συζητιόταν για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, και όταν επιτέλους έγινε, έγινε το ζήτημα της ημέρας. Στα στόματα των γυναικών και των περιέργων θα περιφερόταν αναμφίβολα η φράση «Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος», όπου όλη η σπουδαιότητα έπεφτε στο ρήμα «έγινε». Κατά το γάμο ωστόσο, που μάλλον πανηγύρι ήταν, είναι φυσικό να έγινε έκτακτο και εξαιρετικό γλέντι, αφενός μεν σε πείσμα του πρώτου συζύγου, αφετέρου δε για ικανοποίηση του πολύπαθου και καταξοδεμένου δεύτερου συζύγου, ο οποίος δεν ήταν κάποιος άγνωστος, ήταν ο εξαιτίας των γεγονότων διαβόητος καβαλλάριος Ιωάννης Κουτρούλης. Στη φράση κατόπιν «Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» τονιζόταν όχι πλέον η λέξη «έγινε», αλλά η γενική «του Κουτρούλη», η οποία έγινε συνώνυμη με το «θορυβωδώς» και η οποία είναι σήμερα η ιδιαίτερη λέξη όλης της φράσης. Η φράση έγινε ευρύτατα γνωστή στα νεότερα χρόνια και μέσα από το ομώνυμο σατιρικό θεατρικό έργο του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή (1845), με το οποίο σατιρίζει και στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη της εποχής του Όθωνα.

Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου.

Ο Παντελής Αστραπογιαννάκης ήταν Κρητικός. Όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο, πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν να απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως δεν τα πίστευαν πια. Όταν λοιπόν, ο Παντελής Αστραπογιαννάκης πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν : «ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου.»

Φτηνά τη γλιτώσαμε.

Όταν οι Φράγκοι κυβερνούσαν την Ελλάδα, οι Έλληνες υπέφεραν τα πάνδεινα, από τους κατακτητές, που είχαν κατακλύσει τον τόπο μας. Μια από τις χειρότερες πληγές της εποχής εκείνης, ήταν προπαντός η βαριά φορολογία, που επέβαλαν κάθε τόσο στους κατοίκους. Φορολογία στους γονείς που είχαν περισσότερα από τέσσερα παιδιά, φορολογία στους αγρότες που έτρεφαν ζωντανά, φορολογία στα σπίτια που άναβαν τζάκι το χειμώνα, φορολογία στο νερό που έπιναν. Με δυο λόγια, ήταν μια εποχή, που όλοι οι Έλληνες, πλούσιοι και φτωχοί δούλευαν αποκλειστικά για τους δυνάστες τους.Όταν λοιπόν, κανείς από αυτούς δεν είχε να πληρώσει τους απαραίτητους φόρους, συλλαμβανόταν αμέσως, για να κλειστεί στα φοβερά μπουντρούμια. που είχαν γίνει φυλακές. Εκεί, έπειτα οπό μερικές μέρες, ερχόταν ένας απεσταλμένος του Φράγκου διοικητή της περιφέρειας και του πρότεινε δύο πράγματα: Ή να δουλέψει δωρεάν στα κτήματα των Φράγκων ή να μείνει σε όλη του τη ζωή σχεδόν, κλεισμένος στη φυλακή. Φυσικά από τις δυο αυτές προτάσεις, ο κρατούμενος διάλεγε πάντοτε την πρώτη και μάλιστα με ευγνωμοσύνη για την…καλοσύνη του άρχοντα. Γιατί ήταν η μοναδική λύση στις τραγικές εκείνες στιγμές που περνούσε. Από το γεγονός αυτό έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «Φτηνά τη γλιτώσαμε».

Είμαστε για τα πανηγύρια.

Στην Κόρινθο, που ήταν πλούσια πόλη, γίνονταν δύο πανηγύρια, για εμπόρους απ’ όλο τον κόσμο. Το καθένα είχε διάρκεια ενάμιση μήνα. Όταν την κατέκτησαν οι Φράγκοι, αυτά συνεχίστηκαν. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτά σαν να μην τρέχει τίποτα, έλεγαν, όταν τους ρωτούσαν, που πάνε : «είμαστε για τα πανηγύρια » . Έκφραση που σήμερα επικρατεί για όσους δεν έχουν επίγνωση της σοβαρότητας μιας κατάστασης.

Αμπρακατάμπρα.

Στα μουσεία της Ευρώπης σώζονται πλουσιότατες συλλογές από φυλαχτά των «Γνωστικών» -χριστιανικής αίρεσης των πρώτων αιώνων –πάνω στα οποία είναι χαραγμένη με ελληνικούς χαρακτήρες η λέξη «ΑΒΡΑΣΑΞ». Η λέξη αυτή αντιπροσωπεύει τον αριθμό 365, που αντιστοιχεί στις ημέρες του χρόνου και στους 365 ουρανούς. Επρόκειτο Σε άλλα φυλαχτά πάλι διαβάζει κανείς τη λέξη «Αβλαναθαναλάβα», που είχε δύο σημασίες: «Είσαι ο πατήρ μας» ή «πάτερ ελθέ πρός Ημάς». Ένας γιατρός της εποχής εκείνης, ο Κουίντος Σέρβιος, διέταξε τους ασθενείς του να γράφουν πολλές φορές μερικές παράδοξες φράσεις κατακόρυφα πάνω σε κομμάτια δέρματα, παραλείποντας από ένα γράμμα σε κάθε γραμμή. Έτσι σχηματιζόταν ένας ανεστραμμένος κώνος, τον οποίο ο άρρωστος έπρεπε να κρεμάσει όχι στο λαιμό του, αλλά στην πλάτη του. Ο περίφημος πάλι γιατρός Μαρκέλλης , συμβούλευε σοβαρότατα εκείνους που υπόφεραν από τα μάτια τους , να γράφουν πάνω σε μια μαύρη πλάκα με κιμωλία λέξεις σαν αυτές : «Αραμαράμα», «ξεναξενόξης» κλπ. Ωστόσο, μια από τις ακατανόητες αυτές λέξεις , που ήταν επίσης όρος ιερός και που έμεινε ως τα χρόνια μας, είναι η «Αμπρακατάμπρα». Την αναφέρουμε δε και σήμερα αστειευόμενοι, για εκείνους που συνήθως δεν ξέρουν τι λένε ή κάνουν μαγικά κόλπα.

Κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του.

 Παλαιότερα σ’ όλα τα πέλαγα αλώνιζαν κουρσάρικα καράβια. Οι μηχανές ήταν ακόμα άγνωστες και τα πλοία αρμένιζαν με τα πανιά ή με τα κουπιά. Συνήθως οι περισσότεροι κωπηλάτες, ήταν κατάδικοι (άνθρωποι των κάτεργων - δηλ. πλοίο που δούλευαν οι κατάδικοι), με σκοτεινό παρελθόν, (απ’ εδώ και η λέξη κατεργάρης δηλ. άνθρωπος χωρίς εμπιστοσύνη κλπ.). Όταν, λοιπόν, ο αέρας έπεφτε και το καράβι έπρεπε να συνεχίσει τον πλου του, έπρεπε ο κάθε : «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς ξύλινους μπάγκους ή πάγκους (από το Ιταλικό ρanco)! Υπήρχαν, επίσης, πλοία την εποχή εκείνη, που ονομαζόντουσαν «κάτεργα» (πλεούμενες φυλακές). Έτσι, το πλήρωμα αυτών των πλοίων λεγόταν «κατεργάρηδες».

Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.

Στην εποχή, όμως, που κυβερνούσε τα Γιάννινα ο Αλί Πασάς, είχε μπει φόρος ένα γρόσι στην κάθε οκά στα ψάρια και στα χέλια, που θα ψαρευόντουσαν μέσα στη λίμνη. Εκείνος που δε θα πλήρωνε, θα έχανε τα ψάρια του, που του τα έπαιρναν οι φοροεισπράκτορες του Αλί Πασά. Αλλά φτωχοί καθώς ήταν όλοι τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην πληρώσουν το φόρο, αλλά οι άνθρωποι του Αλί τους παρακολουθούσαν και τους έπαιρναν ό,τι είχαν όλη τη νύχτα τραβήξει. Ο γερο-θυμόσοφος όμως ψαράς, βλέποντας το βίος του να καταστρέφεται και αντικρίζοντας τα ψάρια τους, που τα φόρτωναν οι στρατιώτες του Αλί Πασά, είπε: «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο», για να μείνει από τότε και να λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Τα μυαλά σου και μια λίρα.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας, υπήρχε στην Αθήνα ένας τεράστιος Αλβανός, πού ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Αυτός γύριζε στα σπίτια των Ελλήνων και εισέπραττε τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Κρατούσε μάλιστα στα χέρια του ένα ρόπαλο και απειλούσε ότι θα σπάσει το κεφάλι σε όποιον δεν του έδινε μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο φόρος, κάθε έξι μήνες. Ήταν όμως τόσο χαζός πού δεν ξεχώριζε τα διάφορα νομίσματα, έτσι ορισμένοι Έλληνες όταν δεν είχαν να πληρώσουν γυάλιζαν μπρούτζινες δεκάρες και του τις έδιναν για χρυσές. Από τότε έμεινε αυτή η φράση πού την λέμε για τούς ελαφρόμυαλους.

Μου έφυγε το καφάσι.

Στα Τούρκικα «καφάς» θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε : «του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος.

Έφαγα χυλόπιτα.

Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα – και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.

Δεν χαρίζω κάστανα.

Στα 1826 ο Ιμπραήμ έστειλε κατασκόπους του στην απόρθητη Μάνη, ντυμένους καστανάδες. Αυτοί για να πληροφορηθούν από τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν οι άντρες τους, άρχισαν να χαρίζουν τα κάστανα αντί να τα πουλάνε. Υποψιασμένοι οι ντόπιοι τους έπιασαν και τους ανάγκασαν να πουν την αλήθεια. Όταν οι κατάσκοποι ρώτησαν για την τύχη τους, οι Μανιάτες αποκρίθηκαν: «Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα», δηλαδή θα σας τιμωρήσουμε.

Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει.

Ανάμεσα στα παλικάρια του Θ. Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης ο Γιάννης Θυμιούλας- που είχε καταπληκτικές διαστάσεις: Ήταν δυο μέτρα ψηλός παχύς και με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει άλογο. Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, έφευγε πάντα. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον... δανείσει. Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα. Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, τρόμαξε και το 'βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους. Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ' ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θ. Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει.- Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο Προεστός του χωριού. Και όπως λένε, αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό.

Χαιρέτα μου τον Πλάτανο

Όταν στις 25 Μαρτίου 1821, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έδωσε το σύνθημα της εθνικής εξέγερσης μετά από την ολονυκτία που έγινε στην Άγια Λαύρα, κρέμασε το λάβαρο σ' ένα μεγάλο πλάτανο, που βρισκότανε στον περίβολο της αυλής της Μονής. Κατόπιν άρχισαν να περνούν ένας - ένας κάτω από την πυκνή φυλλωσιά του δένδρου, για να κοινωνήσουν. Από τότε, όταν κανείς απ' αυτούς, πήγαινε να πάρει εντολές ή να δώσει μηνύματα στον ηρωικό δεσπότη, οι σύντροφοι του έλεγαν: -Χαιρέτα μας τον πλάτανο. Με το «πλάτανο» εννοούσαν τον Παλαιών Πατρών Γερμανό ή τον πλάτανο το δέντρο, που κοντά του κοινώνησαν.

Χρωστάει της Μιχαλούς.

Η λαϊκή έκφραση συνδέεται με τη μετεπαναστατική ζωή στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του 21 υπήρχε στο Ναύπλιο μια ταβέρνα που ανήκε σε μια γυναίκα, τη Μιχαλού.Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να κάνει «βερεσέδια» αλλά υπό προθεσμία. Μόλις εξαντλείτο η προθεσμία – και η υπομονή της – στόλιζε τους χρεώστες της με «κοσμητικότατα» επίθετα. Όσοι τα άκουγαν, ήξεραν καλά ότι αυτός που δέχεται τις «περιποιήσεις» της «χρωστάει της Μιχαλούς».

Τουμπεκί.

«Τουμπεκί» λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον αργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον αργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφενείων, και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαμε τον πάνε στον πελάτη, εκείνος με τη σειρά του φώναζε: «κάνε τουμπεκί». Όσοι κάπνισαν ναργιλέ ήταν και από φυσικού τους λιγομίλητοι και δεν τους άρεσαν οι φλυαρίες. Με τις ώρες κρατούσαν στα χείλη τους το «μαρκούτσι» του ναργιλέ, απολαμβάνοντας σιωπηλά το τουμπεκί, που σιγόκαιγε στο λούλα. Και αν κάνεις, που κι αυτός κάπνιζε ναργιλέ δίπλα του, άνοιγε πλατιά κουβέντα, οι μερακλήδες της παρέας του έλεγαν: «Κάνε τουμπεκί», δηλαδή, κάπνιζε και μη μιλάς. Τώρα για το «ψιλοκομμένο» τουμπεκί, ήταν η τέχνη του «ταμπή» να του το προσφέρει ψιλοκομμένο, που ήταν και καλύτερο.

Σπουδαία τα λάχανα.

Η φράση ξεκίνησε από το εξής περιστατικό. Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος του Μπέη, για να εισπράξει τη δεκάτη. Η δεκάτη ήταν και αυτή μια από τις τρομερές φορολογίες των χρόνων εκείνων. Όλοι όμως οι χωρικοί του απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν το φόρο, γιατί τα λάχανα τους έμειναν απούλητα. Τότε ο φορατζής τους είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα και έτσι να πατσίζανε με το χρέος τους. Έτσι και έγινε. Από τότε, όμως οι χωρικοί έλεγαν «Σπουδαία τα λάχανα», για να πατσίσουν τα χρωστούμενα.

Σήκωσε δικό του μπαϊράκι.

Συχνά, ανάμεσα στους αρματολούς του 1821, συνέβαιναν πολλά επεισόδια, παρεξηγήσεις και παραστρατήματα, που κατέληγαν τις περισσότερες φορές σε ένα θανάσιμο μίσος μεταξύ τους. Οι διαφορές τους αυτές προέρχονταν κυρίως από το ποιος θα αναλάμβανε το καπετανιλίκι. Δηλαδή, ποιος θα γινόταν αρχηγός στις διάφορες αντάρτικες ομάδες των βουνών, όταν χήρευε καμιά θέση.Φυσικά, οι παλιοί αρματολοί, που είχαν ψηθεί στη φωτιά του μπαρουτιού, αδιαφορούσαν για κάτι τέτοια κι έμεναν μακριά από τους καβγάδες. Αλλά οι νεότεροι, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητες τους, επιζητούσαν με κάθε τρόπο να γίνουν αρχηγοί. Έριχναν λοιπόν, κλήρο μεταξύ τους και εκείνος που κέρδιζε, γινόταν αρχηγός της μιας ή της άλλης ομάδας. Αυτοί που έχαναν όμως δεν έμεναν διόλου ευχαριστημένοι. Έτσι άρχιζαν να βάζουν διαβολές σε βάρος του καινούριου καπετάνιου και πολλές φορές το κατόρθωναν, με τον τρόπο αυτό, να πάρουν με το μέρος τους ορισμένα παλικάρια και να σηκώσουν το δικό τους μπαϊράκι. Μπαϊράκι στα τούρκικα σημαίνει σημαία. Από τότε έμεινε η φράση «σήκωσε δικό του μπαϊράκι», που τη λέμε για κάποιον που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα.

Ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε.

Ο Τριπολιτσιώτης Αγγελάκης Νικηταράς, παράγγειλε κάποτε του Κολοκοτρώνη -που ήταν στενός του φίλος- να κατέβει στο χωριό, για να βαφτίσει το μωρό του. Ο Νικηταράς τού παράγγειλε ότι το παιδί επρόκειτο να το βγάλουν Γιάννη, αλλά για να τον τιμήσουν, αποφάσισαν να του δώσουν τ’ όνομά του, δηλαδή Θεόδωρο.Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά απάντησε τότε, πως ευχαρίστως θα πήγαινε μόλις θα «έκλεβε λίγον καιρό», γιατί τις μέρες εκείνες έδινε μάχες. Έτσι θα πέρασε ένας ολόκληρος μήνας σχεδόν κι ο Κολοκοτρώνης δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει.Δεύτερη, λοιπόν, παραγγελία του Νικηταρά. Ώσπου ο Γέρος πήρε την απόφαση και με δύο παλικάρια του κατέβηκε στο χωριό. Αλλά μόλις μπήκε στο σπίτι του φίλου του, δεν είδε κανένα μωρό, ούτε καμία προετοιμασία για βάφτιση.Τι είχε συμβεί: Η γυναίκα του Νικηταρά ήταν στις μέρες της να γεννήσει. Επειδή όμως, ο τελευταίος ήξερε πως ο Γέρος ήταν απασχολημένος στα στρατηγικά του καθήκοντα και πως θ’ αργούσε οπωσδήποτε να τους επισκεφτεί -οπότε θα είχε γεννηθεί πια το παιδi- τού παράγγελνε και τού ξαναπαράγγελνε προκαταβολικά για τη βάφτιση.Όταν ο Κολοκοτρώνης άκουσε την…απολογία του Νικηταρά, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και φώναξε: - Ωχού! Μωρέ, ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε! (Ενδέχεται η φράση αυτή να προϋπήρξε, αλλά την έκανε γνωστή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης).

Αλά μπουρνέζικα.

Όταν μας μιλάει κάποιος και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λεει, τότε του λέμε πως μιλάει…αλά μποuρνέζικα.Πολλοί νομίζουν, πως είναι μια λέξη (αλαμπουρνέζικα). Είναι όμως δύο. Όπως το «αλά γαλλικά». Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που θα μιλούσαν σε κάποιο τόπο ή και θα μιλάνε ακόμα, γιατί ο τόπος αυτός πράγματι υπάρχει. Είναι σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού. Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ. Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.

Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα.

Στα 1830, σ' ένα χωριουδάκι της Κυνουρίας, στο Άστρος, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος, που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο... Άγιος Παντελεήμονας, που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως ξέρουμε όλοι μας σχεδόν, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γιατρεύει, εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Ο άγνωστος, ωστόσο, του Άστρους δεν έκανε το παραμικρό θαύμα. Επειδή, όμως, δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία, τον άφηναν να λεει ό,τι θέλει. Παρ όλ' αυτά, η φήμη πως στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, απλώθηκε γρήγορα σε όλη την τότε Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αφτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, έλεγαν οι άλλοι που τους έβλεπαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα».

Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.

Η φράση αυτή ενδέχεται να ξεκίνησε από παροιμία, αλλά έγινε σίγουρα παροιμιακή από το παρακάτω περιστατικό: Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος: Ο Μανώλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί. Οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδέχονταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. Ήταν…ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος (έτσι πίστευε). Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ότι του κατέβαινε. Κάποτε λοιπόν έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανώλης Μπατίνος τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν έχει το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια αν πετούσε από πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα.Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά τα είχε γυρίσει ανάποδα και φορούσε τα μέσα έξω. Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος.Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους από το στόμα του Μανώλη Μπατίνου: «Άλλαξε η Αθήνα όψη, σαν μαχαίρι δίχως κόψη, πήρε κάτι απ’ την Ευρώπηκαι ξεφούσκωσε σαν τόπι. Άλλαξαν χαζοί και κούφοι και μας κάναν κλωτσοσκούφι. Άλλαξε κι ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

Σιγά τον πολυέλαιο.

Βρισκόμαστε στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς, που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν συχνά γιορτές στ' Ανάκτορα. Η πιο διαλεχτή κοινωνία εκείνον τον καιρό ήταν, βέβαια, οι επιζώντες και οι απόγονοι των αγωνιστών του '21, μαζί με τους ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα, συνοδεύοντας τον Όθωνα. Το ότι στους απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη η δυτική εθιμοτυπία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν πάντα θαυμαστές κάθε ελληνικής εκδήλωσης. Το κέφι, λοιπόν, έφθανε πολύ γρήγορα στο κατακόρυφο με τους ελληνικούς χορούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν και οι ξένοι. Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο που μας ενδιαφέρει. Οι γερολεβέντες παλιοί πολεμιστές, στον ενθουσιασμό τους, τραβούσαν κι άδειαζαν προς το ταβάνι τα κουμπούρια τους. Κι ακόμα σε καμιά «γυροβολιά», όταν το απαιτούσε η φιγούρα του χορού, έβγαζαν και το τσαρούχι, εκσφενδονίζοντας το προς τα πάνω. Αλλά τις αίθουσες των Ανακτόρων τις φώτιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και κηροστάτες. Στο κρίσιμο, λοιπόν, αυτό σημείο, ακουγόταν ψιθυριστά και με τη συνοδεία ενός ευγενικού χαμόγελου, φιλική «παραίνεση» κάποιου γνωστού των Ανακτόρων προς τον ενθουσιώδη χορευτή: «Σιγά τον πολυέλαιον!».


Τον έπιασαν στα πράσα.

Μόλις η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, κάποιος Θεόδωρος Καρράς έφτιαξε μια συμμορία κακοποιών, που ρήμαζαν τα σπίτια και τα μαγαζιά. Η αστυνομία τους κυνηγούσε να τους πιάσει, μα ποτέ δεν το κατόρθωνε. Ο Καρράς είχε γίνει αληθινό φόβητρο των κατοίκων. Την εποχή εκείνη στην Κολοκυνθού των Αθηνών κατοικούσε ο παπά - Μελέτης, που έλεγαν ότι είχε φλουριά με το τσουβάλι. Αν και περασμένης ηλικίας, η καταπληκτική του δύναμη έκανε εντύπωση σε όλους. Το σπιτάκι που έμενε, ήταν τριγυρισμένο με περιβόλι από πράσα. Μια νύχτα ο παπάς πετάχτηκε από τον ύπνο του. Του φάνηκε πως άκουσε στο περιβόλι του κάποια σκιά, που κινιόταν ύποπτα μέσα στα πράσα. Άφοβος καθώς ήταν, πήγε προς τα κει και μ' ένα πήδημα γράπωσε από το σβέρκο -ποιον άλλον;- τον περίφημο Καρρά, που τον παράδωσε στην αστυνομία. Ο κακοποιός ομολόγησε γρήγορα τους συνεργάτες του, που πιάστηκαν κι αυτοί. Έτσι οι παλαιοί, όσο και οι σημερινοί Αθηναίοι, όταν συμβαίνει κάτι παρόμοιο, λένε συνήθως ότι «τον έπιασαν στα πράσα».

«Σπάω πλάκα».

Όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους , άρχισαν να καταφθάνουν ένα σωρό αρχαιοκάπηλοι, που δημιουργούν ολόκληρα δίκτυα από πράκτορες. Οι πράκτορες αυτοί ήταν συνήθως Μαλτέζοι, που είχαν εγκατασταθεί γύρω από την Πύλη του Αδριάνου. Για να καλύπτουν ωστόσο την πραγματική τους δουλειά, έφερναν με ειδικά σκάφη στον Πειραιά τις γνωστές μαλτεζόπλακες, που χρησίμευαν για τα κράσπεδα των δρόμων και τις μονώσεις των «ταρατσών». Κάποτε ένας, ο Ντομένικο Τσερούνια, πιάστηκε στα πράσα να μεταφέρει στο καράβι του μερικές αρχαιότητες σπάνια τέχνης, για να τις πάρει μαζί του και να τις πουλήσει. Αμέσως τότε μερικοί θερμόαιμοι φοιτητές, που τον πήραν είδηση, ανέβηκαν στο πλοίο του τα κάναν γυαλιά-καρφιά. Κατάστρεψαν ακόμα κι αυτές τις μαλτεζόπλακες, που βρίσκονταν εκεί και που ο Τσερόνια δεν είχε προλάβει να τις ξεφορτώσει. Από εκεί προέρχεται η έκφραση σπάω πλάκα.

Άλλος πλήρωσε τη νύφη.

Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη. Ο Φλαμής είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε. Τι είχε συμβεί; Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν΄ ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει. Γύρισε στο σπίτι του παρ΄ ολίγο πεθερού του, και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο, έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ και μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης, «δέ θά ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες καί τα τζόβαιρα όπου αντάλλαξαν οι αρρεβωνιασμένοι». Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής είχε κάποιες υποψίες από πριν, για το τι θα μπορούσε να συμβεί, γι’ αυτό έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου. Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι «άλλος πλήρωσε τη νύφη» κι έμεινε η φράση εώς και σήμερα.

Έφαγε τον Αγλέουρα.

Έτσι χαρακτηρίζουμε τη δυσφορία από το πολύ φαγητό, γιατί ο αγλέουρας είναι ένα φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες, το οποίο ωστόσο δημιουργεί δυσφορία σε αυτούς που το χρησιμοποιούν.

Να μένει το βύσσινο.

Η λαϊκή αυτή έκφραση που γεννήθηκε κάπου μεταξύ 1900 και 1905 και σήμερα δηλώνει άρνηση (εναλλακτικά «να (μού) λείπει το βύσσινο» ή «να μου λείπει»), προέρχεται από ένα περιστατικό που συνέβη σ’ ένα καφενείο μεταξύ ενός βουλευτή κι ενός ψηφοφόρου του.Ο ψηφοφόρος παρήγγειλε στον σερβιτόρο του καφενείου που συναντήθηκαν ένα γλυκό βύσσινο, για να κεράσει τον βουλευτή κι έτσι να πετύχει το -τί άλλο;- το ρουσφετάκι του. Ο βουλευτής, όμως, σκληρό καρύδι, δε φαινότανε διατεθειμένος να τον βοηθήσει. Αγανακτισμένος τότε ο ψηφοφόρος, που έβλεπε πως δε θα γινότανε τίποτα, φώναξε δυνατά στον σερβιτόρο: «Να μένει το βύσσινο!».

Έφαγε τον περίδρομο.

Η λέξη περίδρομος σαν ουσιαστικό έχει την έννοια του περιέχοντος, του περιβάλλοντος κάτι. Περίδρομος για παράδειγμα λέγεται το σχοινί που περιβάλλει το δίχτυ και ειδικότερα το σχοινί στο κάτω άκρο, με τα βαρίδια, που απ’ αυτό κρέμεται το δίχτυ (στον Πολυδεύκη διαβάζουμε: «έτσι περίδρομος (…) σχοινίων εκατέρωθεν (…) ως συνέλκεται (…) τα δίκτυα»), ενώ το σχοινί στο άνω μέρος με τους φελλούς, ονομάζεται επίδρομος. Συνεπώς τρωω τον περίδρομο πάει να πει τρωω όλο το περιεχόμενο των διχτύων, όλη την ψαριά, ή, όπως λεει και η ειρωνική φράση «φάτε μάτια, ψάρια και κοιλιά περίδρομο».

Αυτός είναι για τα πανηγύρια.

Την εποχή που δεν υπήρχαν ειδικά ιδρύματα για τους ψυχοπαθείς, τους έπαιρναν οι δικοί τους και τους πήγαιναν στις εκκλησίες ή στα μοναστήρια. Εκεί αφού τους έδεναν με αλυσίδα σ’ ένα δέντρο ή κούτσουρο, έλεγαν του παπά ή του καλόγερου να τους διαβάσει μια ευχή, όπως γίνεται σήμερα με τους εξορκισμούς. Συνήθως, οι συγγενείς των ψυχοπαθών τούς μετέφεραν στις εκκλησίες την ημέρα που γιόρταζε ο άγιος της εκκλησίας, δηλαδή τη μέρα εκείνη που ο ναός είχε γι’ αυτή την αιτία πανηγύρι. Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, για κάποιον που δεν είναι στα καλά του λέμε, αυτός είναι για τα πανηγύρια.

Με το «νι» και με το «σίγμα».

Παλαιότερα, όταν τα παιδιά μάθαιναν τα υποκοριστικά, ο δάσκαλος τούς έλεγε ότι η αρχική τους κατάληξη ήταν σε -ιo και ότι στα μεσαιωνικό χρόνια ήταν σε -ιον και -ιν, για να καταλήξει στο τέλος στο απλό -ι. Π.χ. παιδίον, παιδίν, παιδί. Επίσης, τους δίδασκε ότι ο τύπος των θηλυκών τριτόκλιτων ήταν σε -ις και κατέληξε να φύγει το τελικό -ς. Π.χ. πόλις, πόλι. Όταν στους τελευταίους αιώνες άρχισαν να γράφουν το χέρι, το πόδι, χωρίς το -ν και η πίστι, η πόλι χωρίς το -ς, οι τύποι που είχαν το νι και σίγμα θεωρούνταν οι πιο σωστοί και οι κομψότεροι. Γι’ αυτό, όποιος μιλούσε με το νι και με το σίγμα, μιλούσε σωστό και τέλεια. Απ’ αυτό, λοιπόν, βγήκε η φράση: «Του τα είπα με το νι και με το σίγμα», που σήμερα σημαίνει επακριβώς, αυτολεξεί, με κάθε λεπτομέρεια.

Ο μήνας έχει εννιά.

Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Εξ αυτού λοιπόν του γεγονότος , πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: «ο μήνας έχει εννιά».

Κάποιο λάκο έχει η φάβα.

Σε όλα τα μέρη που τρωνε φάβα ανοίγουν ένα λάκκο και ρίχνουν μέσα λάδι, γιατί η φάβα βράζεται μόνο με το νερό της . Από ‘δω έχουμε και τη γνωστή φράση «κάποιο λάκκο έχει η φάβα».

Θα σε κάνω του αλατιού.

Η φράση «θα σε κάνω του αλατιού» , βγήκε από τον τρόπο που παστώνονται με αλάτι τα ψάρια. Ζαρώνουν και χάνουν την όμορφη εμφάνισή τους. Έτσι λοιπόν, θα τον κάνει όταν τον δείρει, όπως το ψάρι στο αλάτι.

Να τραβάς τα μαλλιά σου.

Φράση που τη μεταχειρίζεται κανείς, όταν θέλει να πει σε κάποιον ότι θα τον κάνει να πονέσει, θα τον καταστρέψει . Η φράση προήλθε από το έθιμο να τραβάνε τα μαλλιά τους αυτοί που πενθούν, αυτοί που θρηνούν.

Κάποιος φούρνος γκρεμίστηκε.

 Παλαιότερα, τα σπίτια ενός χωριού μετριόντουσαν με τους φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, έλεγαν το χωριό μου έχει τόσους φούρνους, επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του. Όταν λοιπόν στα χωριά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του ΄ταδε γκρέμισε«, εννοώντας ότι με το θάνατο του αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι γκρέμιζε, χανόταν. Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε» που τη λέμε, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.

Σαρδάμ.

Είναι το μπέρδεμα των συλλαβών, την ώρα που μιλούν οι ομιλητές. Η λέξη δεν έχει ετυμολογική ρίζα, αλλά προέρχεται από τον αναγραμματισμό του επιθέτου Μάνδρας. Ο Αχιλλέας Μάνδρας, ηθοποιός/σκηνοθέτης, γεννήθηκε το 1875 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο πρώτος που γύρισε ελληνική κινηματογραφική ταινία. Επειδή μπερδευόταν την ώρα που έπαιζε, σκέφθηκε να δώσει όνομα σε αυτό του το ελάττωμα. Έτσι αναγραμμάτισε το επώνυμό του και μας έδωσε μια καινούρια λέξη. Την καλλιτεχνική λέξη «Σαρδάμ».

Το αμίλητο νερό .

Παλαιότερα, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η νοικοκυρά σηκωνόταν, και σε μερικά μέρη συνεχίζεται το έθιμο, και έπαιρνε από την αυλή μια πέτρα, που την έβαζε στο τζάκι. Μετά πήγαινε στη βρύση, να πάρει το «αμίλητο νερό». Λέγεται έτσι, γιατί δε μιλούσε σε κανέναν ούτε σαν πήγαινε ούτε σαν ερχόταν. Στη βρύση έριχνε στάρι ή τυρί και έλεγε: «Όπως τρέχει το νερό, να τρέχει το μπερκέτι στο σπίτι σας». Μετά γύριζε στο σπίτι της με το νερό, χωρίς να βγάζει τσιμουδιά και μόλις έμπαινε στο σπίτι έλεγε «Χρόνια πολλά» στους δικούς της. Το αμίλητο νερό το έχυνε στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, «για να τρέχουν όλη τη χρονιά τα καλούδια σαν το νερό». Μετά ακολουθούσαν και διάφορες μαντικές τελετουργίες.

Άλλου παπά Eυαγγέλιο.

Κάποιος αγράμματος παπάς από ένα χωριό της Κεφαλονιάς, , πήγε να λειτουργήσει σ' ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό. Ο παπάς όμως, στο δικό του Ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λεει. Στο ξένο Ευαγγέλιο όμως, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος. Άρχισε λοιπόν να λεει το Ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου. Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε! «Τι μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό Ευαγγέλιο...». «- Εμ. Τι να κάνω; απάντησε αυτός. Αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο». Και από τότε έμεινε η φράση!

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας.

Στο δάσος η κουκουβάγια φτιάχνει τη φωλιά της σε φωλιές λαγού , σκοτώνοντας τους λαγούς . Όταν οι κυνηγοί όμως, φτάσουν ακολουθώντας τ' αχνάρια του λαγού ή με τη βοήθεια του σκυλιού τους, μπροστά στη φωλιά του λαγού, τότε αντικρίζουν στη «μπούκα» δυο πελώρια γυαλιστερά μάτια, τα μάτια όχι του λαγού, αλλά της κουκουβάγιας. Από εκεί βγήκε η έκφραση «Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας».

Θα πούμε το ψωμί, ψωμάκι .
Κατά την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου , η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τους συμμάχους και δεν είχε ούτε ψωμί . Όταν λοιπόν έβλεπαν ότι κρατάει ο αποκλεισμός , έλεγαν οι κάτοικοι : «θα πούμε το ψωμί ψωμάκι» και από τότε η φράση έμεινε παροιμιακή .

Τέρμα τα δίφραγκα....

Πριν από πολλά χρόνια, το κόστος τού εισιτηρίου στα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν ήταν ενιαίο για ολόκληρη την διαδρομή. Μέχρι κάποιο σημείο κόστιζε 2 δραχμές. Μετά από αυτό το σημείο και αφού ανέβαιναν οι επιβάτες και έκλειναν οι πόρτες, ο εισπράκτορας φώναζε δυνατά «Τέρμα τα δίφραγκα».

Δεν κάνει ούτε για Ζήτω....

Τέλη του 19 αρχές του 20 αιώνα στην περιοχή του Ψυρρη έμεναν πολλοί νησιώτες, οι οποίοι δεν είχαν σταθερή εργασία, έκαναν λοιπόν διάφορες δουλείες, όπως και αυτή του ντελάλη. Τους έβαζαν σε μια σειρά οι διάφοροι έμποροι (ακόμα και βοηθοί πολιτικών για τις διάφορες συγκεντρώσεις τους) και τους έλεγαν να φωνάξουν ζήτω για να δουν ποιος έχει δυνατότερη φωνή. Οποίος δεν είχε δυνατή φωνή έλεγαν δεν κάνει ούτε για ζήτω....

Με άφησε στο ποδάρι του.

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης σ' ένα άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο «Πανελλήνιον Ημερολόγιον 1908» γράφει: «Εις την πλατειαν του Συντάγματος ήτο πασίγνωστος ο Σπανός - Μήτσος ο Σπανός, λούστρος ανδρωθείς εις τήν υπηρεσίαν των συχναζόντων εις τα καφενεία Ζαχαράτου. Ο Σπανός εγυάλιζεν υποδήματα και έκανε θελήματα. Αλλά μίαν ημέραν οι πελάτες του τον εζήτησαν και δεν τον ευρον. Ο Σπανός έφυγεν. Εις την πατρίδα του ; Όχι, πολύ μακρύτερα. Εφυγεν εις Αμερικήν, την νέαν πατρίδα των Ελλήνων. Όταν τον εζήτησα και εγώ, παρουσιασθη άλλος λούστρος εις την θέσιν του. Αυτός πάει για την Αμερική, μου είπε, κι' αφήκε μένα στο ποδάρι το». Και η φράση αυτή έμεινε, για να τη λέμε σε ανάλογες περιπτώσεις.

Έβρεξε με το τουλούμι.


Στα ορεινά χωριά, τα παλιά χρόνια, όταν δεν ήταν εύκολο για τους κατοίκους να έχουν στάμνες, αποθήκευαν το νερό στα ασκιά, τα «τουλούμια» όπως λέγονται στα τουρκικά. Έτσι, όταν ήθελαν να αδειάσουν το νερό από το «τουλούμι», αυτό έπεφτε μπόλικο, όπως όταν βρέχει καταρρακτωδώς. Από εκεί βγήκε και η φράση «Έβρεξε με το τουλούμι».

Στρογγυλοκάθισε.


Για τους επισκέπτες που έρχονται σε ακατάλληλη ώρα και αργούν να φύγουν, λέμε τη φράση ότι «στρογγυλοκάθισε». Η έκφραση αυτή βγαίνει από τους ανατολικούς σοφράδες, στρογγυλά μαλακά καθίσματα, που τα ακουμπάνε στο πάτωμα και τρωνε πάνω επίσης σε χαμηλά και στρογγυλά τραπεζάκια. Έπρεπε δε να είναι στρογγυλά τα τραπεζάκια αυτά, γιατί αυτοί που θα τρώγανε, καθόντουσαν γύρω γύρω και έτσι η απόσταση τους από τη λεκάνη με το φαγητό, που ήταν στη μέση του σοφρά, ήταν ίδια σε όλους. Στρογγυλοκάθισε λοιπόν ο επισκέπτης, στην αρχή σήμαινε ότι κάθισε γύρω από το στρογγυλό σοφρά και επειδή ο σοφράς είχε του κόσμου τα φαγητά, συμφέρον του ήταν να στρογγυλοκαθίσει και να αργήσει την αναχώρηση του.

Σπαγκοραμμένος.


Σπάγκος ή σπαγκοραμμένος είναι ο φιλάργυρος, ο τσιγκούνης. Η λέξη σπάγκος είναι ιταλική και σημαίνει αδύνατος, ψιλός. Γνωρίζουμε πως οι μεταξωτές κλωστές είναι καλές, όπως επίσης και οι λινές, οι χρυσοκέντητες και τόσες άλλες. Εκείνες που δεν έχουν αξία είναι σπάγκινες, αν μπορούμε να μεταχειριστούμε την έκφραση. Το ύφασμα, λοιπόν, που θα ραφτεί με σπάγκο, θα είναι πολύ φτηνό και επειδή το φτηνό πράγμα το μεταχειρίζεται ο τσιγκούνης, γι αυτό και ο σπαγκοραμμένος είναι ο τσιγκούνης.

Έβγαλε την μπέμπελη.

Μπέμπελη, είναι η ιλαρά (μεταδοτική, εξανθηματική νόσος). Η λέξη είναι σλαβικής προέλευσης, pepeli που σημαίνει στάχτη. Η φράση «έβγαλε την μπέμπελη», σημαίνει ότι κάποιος ζεσταίνεται και ιδρώνει υπερβολικά. Ο συσχετισμός της ζέστης με την ιλαρά, προκύπτει από την πρακτική ιατρική, σύμφωνα με την οποία, κάποιος που νοσεί από ιλαρά θα πρέπει να ντύνεται βαριά, έτσι ώστε να ζεσταθεί και να ιδρώσει και να «βγάλει» ή να «χύσει» έτσι από πάνω την αρρώστια (δηλαδή την μπέμπελη).

Αυτό είναι απ’ τ’ άγραφα.

Σήμερα χρησιμοποιούμε διάφορες εκφράσεις όπως: «αυτό που μου συνέβη είναι από τ’ άγραφα», «αυτό που μου λες είναι από τ’ άγραφα», για να δηλώσουμε ότι κάτι είναι πρωτοφανές, καταπληκτικό, απίθανο κλπ. Η έκφραση αυτή φαίνεται πως προήλθε από τα «άγραφα» εκκλησιαστικά κείμενα, που, όμως είναι τα «απόκρυφα», δηλαδή δεν περιλαμβάνονται στα «κανονικά» Ευαγγέλια και λοιπά εκκλησιαστικά κείμενα, που περιγράφουν τη ζωή και το έργο και αυτά που φέρεται να είπε ο Ιησούς.

Άνθρωπος αγράμματος τούβλο απελέκητο.

Είναι μια κοινή έκφραση που τη μεταχειριζόντουσαν πολύ οι πρόγονοί μας και την έλεγαν για τους αγράμματους. Το τούβλο το απελέκητο είναι άνευ αξίας, έτσι κι ο άνθρωπος ο αγράμματος δεν έχει καμιά αξία.


Βιβλιογραφεία :
«Βυζαντινων Βίος καί Πολιτισμός», Φαίδων Κουκουλές



Πηγή1 / Πηγή2
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Φράσεις λαϊκής σοφίας που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα."

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Oι τρεις τελευταίες επιθυμίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου


Eυρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, ο Μέγας Αλέξανδρος συγκάλεσε τους στρατηγούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του...

1. Να μεταφερθεί το φέρετρό του στους ώμους από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής.


2. Τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει [ασήμι, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους] να τους σκορπίσουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον τάφο του.

3. Τα χέρια του να μείνουν να λικνίζονται στον αέρα, έξω από το φέρετρο, σε θέα όλων…
Ένας από τους στρατηγούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε τον Αλέξανδρο ποιοι ήταν οι λόγοι.

Ο Αλέξανδρος του εξήγησε: …
1. Θέλω οι πιο διαπρεπείς γιατροί να σηκώσουν το φέρετρό μου, για να μπορούν να δείξουν με αυτό
τον τρόπο ότι ούτε εκείνοι δεν έχουν, μπροστά στο θάνατο, τη δύναμη να θεραπεύουν!

2. Θέλω το έδαφος να καλυφθεί από τους θησαυρούς μου, για να μπορούν όλοι να βλέπουν ότι τα αγαθά που αποκτούμε εδώ, εδώ παραμένουν!

3. Θέλω τα χέρια μου να αιωρούνται στον αέρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν ότι ερχόμαστε με τα χέρια άδεια και με τα χέρια άδεια φεύγουμε, όταν τελειώσει για εμάς ο πιο πολύτιμος θησαυρός που είναι ο χρόνος!

Ο χρόνος είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός που έχουμε, γιατί είναι περιορισμένος. Μπορούμε να δημιουργήσουμε χρήμα, αλλά όχι περισσότερο χρόνο. Όταν αφιερώνουμε χρόνο σε ένα πρόσωπο, του παραχωρούμε ένα μέρος από τη ζωή μας που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να αναπληρώσουμε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Oι τρεις τελευταίες επιθυμίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου"

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Τι σημαίνει ο Λεξάριθμος του ονόματος μας σύμφωνα με την Πυθαγόρεια αρίθμηση.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή! - Δείτε τι σημαίνει ο Λεξάριθμος του ονόματος μας.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή, ακόμα και το ονοματεπώνυμό μας επηρεάζει την προσωπικότητά μας, τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αντιδρούμε και που… προβάλουμε τον εαυτό μας.

Η πανάρχαια τέχνη της αριθμολογίας, μας αποκαλύπτει τι σημαίνει το ονοματεπώνυμό μας και πώς επηρεάζει τη ζωή μας. Σύμφωνα με την Πυθαγόρεια αρίθμηση, κάθε γράμμα αντιστοιχεί σε έναν αριθμό…


Το ονοματεπώνυμό μας μπορεί να μεταφραστεί σε έναν λεξάριθμο, προσθέτοντας τους αριθμούς που προκύπτουν από κάθε γράμμα που εμπεριέχει. Το Oroskopos.gr σου δίνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να βρεις εύκολα και γρήγορα τον λεξάριθμο του ονοματεπωνύμου σου και να διαβάσεις τι σημαίνει!

Πώς θα βρεις τον λεξάριθμο του ονοματεπώνυμου σου

Πάρε χαρτί και μολύβι και γράψε το βαπτιστικό σου όνομα και το επώνυμό σου. Στη συνέχεια γράψε κάτω από κάθε γράμμα του ονοματεπώνυμού σου τον αριθμό που του αντιστοιχεί. Για να δεις ποιος αριθμός αντιστοιχεί σε κάθε γράμμα δες την παρακάτω ακολουθία:

Α=1, Β=2, Γ=3, Δ=4, Ε=5, Ζ=7, Η=8, Θ=9, Ι=1, Κ=2, Λ=3, Μ=4, Ν=5, Ξ=6, Ο=7, Π=8, Ρ=9, Σ=1, Τ=2, Υ=3, Φ=4, Χ=6, Ψ=7, Ω=8.

Πρόσθεσε όλους τους αριθμούς του ονοματεπώνυμου σου μέχρι να βγει μονοψήφιος αριθμός.

Για παράδειγμα:

Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ Κ Α Π Ο Υ Τ Ζ Ι Δ Η Σ 2 5 8 9 3 1 7 1 2 1 8 7 3 2 7 1 4 8 1=78=7 8=15=1 5=6

Προσθέσαμε όλους τους αριθμούς που αντιστοιχούν σε κάθε γράμμα του ονοματεπώνυμου του Γεώργιου Καπουτζίδη. Το άθροισμα ήταν ο διψήφιος αριθμός 78 για αυτό και προσθέσαμε το 7 με το 8 και βγάλαμε τον αριθμό 15. Στην συνέχεια προσθέσαμε το 1 και το 5 μέχρι να καταλήξουμε στο μονοψήφιο λεξαριθμό 6.

Η ερμηνεία του ονοματεπώνυμου σου

Εφόσον βρήκες τον μονοψήφιο λεξάριθμο που αντιπροσωπεύει το όνομα σου, διάβασε τώρα την πλήρη ερμηνεία του και μάθε με λεπτομέρεια όλα τα χαρακτηριστικά με τα οποία σε έχει προικίσει το ονοματεπώνυμό σου.

Λεξάριθμος 1 «Ο ηγέτης»

Είσαι ένας άνθρωπος που θέλει να έχει πάντα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όλα. Διαθέτεις έναν παρορμητικό και αποφασιστικό χαρακτήρα και δεν διστάζεις να ρισκάρεις, αρκεί να καταφέρεις στη ζωή σου να αγγίξεις την επιτυχία. Δεν μπορείς να δεχτείς ποτέ την ήττα και προσπαθείς πάντα με εύστροφες και πρωτοποριακές ιδέες να ξεχωρίζεις και να διαπρέπεις. Σου αρέσει να κατευθύνεις, να καθοδηγείς, να συμβουλεύεις και να οργανώνεις τους πάντες και τα πάντα. Σου αρέσει να λειτουργείς ανεξάρτητα και αυθόρμητα και δεν μπορείς ποτέ να δεχτείς τις κατευθύνσεις άλλων, γιατί θέλεις πάντα να κάνεις του κεφαλιού σου και να έχεις την πλήρη ευθύνη της επιτυχίας ή της αποτυχίας. Εκφράζεις τα συναισθήματά σου με έντονο τρόπο και αρκετές στιγμές γίνεσαι αρκετά υπερβολικός στις αντιδράσεις σου. Δεν αντέχεις τη ρουτίνα, γι αυτό και φροντίζεις πάντα με την πλούσια ενεργητικότητά σου και την ευχάριστη διάθεσή σου και τις πρωτοβουλίες σου …να διώχνεις μακριά σου τη ρουτίνα! Παρόλο που γίνεσαι πολύ αγαπητός σε όλες σου τις κοινωνικές επαφές, πολύ συχνά εκδηλώνεις μία πολύ εγωκεντρική, αλλά και επιθετικήσυμπεριφορά και με τον τρόπο σου απομακρύνεις τους ανθρώπους από δίπλα σου. Παρόλα αυτά κερδίζεις πάντα το χαμένο έδαφος σε όλες σου τις υποθέσεις με ευκολία, γιατί έχεις αυθορμητισμό και αυθεντικότητα.

Λεξάριθμος 2 «Ο συντροφικός»

Βασική προτεραιότητά σου είναι να διατηρείς στη ζωή σου ένα ήρεμο και αρμονικό κλίμα και να απολαμβάνεις την αγάπη και την συντροφικότητα γύρω σου. Δεν αντέχεις ούτε στιγμή τη μοναξιά, θέλεις συνέχεια να βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους που δίνεις και παίρνεις συναίσθημα. Διαθέτεις μία φιλήσυχη και ντροπαλή φυσιογνωμία, θέλεις τον χρόνο σου για να ανοιχτείς συναισθηματικά, παρόλα αυτά όταν κάποιος άνθρωπος κερδίσει την εμπιστοσύνη σου, τότε είσαι βιβλίο ανοιχτό και αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά και με πίστη στη σχέση σας (αυτό αφορά τόσο τις ερωτικές – όσο και τις φιλικές, οικογενειακές σχέσεις). Θέλεις πάση θυσία να αποφεύγεις τους καβγάδες, γι αυτό και δεν συζητάς τα παράπονά σου αλλά προσπαθείς με την διπλωματία, να φέρεις τις καταστάσεις στην ποθητή πορεία. Ο διχασμός και η αναποφασιστικότητά σου είναι μερικά από τα ελαττώματά σου, έχεις ανάγκη πάντα από την ηθική παρότρυνση και τη συμβουλή των αγαπημένων σου προσώπων. Σε όλες τις μορφές των σχέσεών σου, δίνεις πάρα πολλά χωρίς να έχεις την απαίτηση να λάβεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνεσαι το θύμα στις σχέσεις σου, γιατί αρκετοί άνθρωποι εκμεταλλεύονται τον δοτικό χαρακτήρα σου. Η γλυκύτητα και η ζεστασιά σου, σε κάνουν να ξεχωρίζεις και να γίνεσαι πολύ αγαπητός.

Λεξάριθμος 3 «Ο επικοινωνιακός»

Διαθέτεις μία ευχάριστη και ενθουσιώδη προσωπικότητα και είσαι λάτρης της επικοινωνίας. Έχεις εξαιρετική άνεση στο λόγο σου, τόσο τον γραπτό – όσο και τον προφορικό και καταφέρνεις πάντα εύστοχα να πείθεις ακόμα τους πιο δύσπιστους ανθρώπους, για όλα τα μηνύματα που θέλεις να τους περάσεις. Σου αρέσει η πρόοδος και ιδιαίτερα η τεχνολογία, χρησιμοποιείς πολύ το ίντερνετ και δεν μπορείς ούτε στιγμή να κυκλοφορήσεις χωρίς να έχεις μαζί σου το κινητό σου τηλέφωνο. Είσαι ένας ιδιαίτερα εκφραστικός άνθρωπος, πολύ γενναιόδωρος και αντιμετωπίζεις τα πάντα με μεγάλη αισιοδοξία. Δεν σταματάς ποτέ να επεκτείνεις τις γνώσεις σου και επιδιώκεις πάντα να μαθαίνεις κάτι καινούριο και να εξελίσσεσαι. Έχεις πλούσια φαντασία και καλλιτεχνικά ταλέντα και σου αρέσει να καταπιάνεσαι με αρκετές δραστηριότητες μαζί. Αρκετές στιγμές αφήνεις στη μέση τα σχέδιά σου και γίνεσαι ασυνεπής στις υποχρεώσεις σου, γιατί δεν δίνεις την ανάλογη προσοχή που επιβάλλεται. Λατρεύεις την κοινωνική ζωή και τη διασκέδαση, φροντίζεις πάντα να εντυπωσιάζεις τους πάντες με τον χειμαρρώδη χαρακτήρα σου, αλλά και την ιδιαίτερα ελκυστική εξωτερική σου εμφάνιση!

Λεξάριθμος 4 «Ο υπεύθυνος»

Είσαι ένας άνθρωπος σοβαρός, υπεύθυνος και απόλυτα οργανωμένος. Δεν σου αρέσει να ξεφεύγεις από τα όρια, γι αυτό και από πολύ νεαρή ηλικία θέτεις ένα πρόγραμμα στη ζωή σου, το οποίο τηρείς πάντα με ευλάβεια και συνέπεια. Είσαι άνθρωπος της λογικής και των «πρέπει» και δεν αφήνεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί από το συναίσθημα. Ο λόγος σου είναι συμβόλαιο, τηρείς πάντα τις υποσχέσεις σου και φροντίζεις να ολοκληρώνεις με επιτυχία όλα όσα καταπιάνεσαι, γιατί πολύ απλά είσαι τελειομανής! Στις σχέσεις σου είναι πιστός, αφοσιωμένος, έντιμος και στηρίζεις πάντα ηθικά και πρακτικά όποιον έχει ανάγκη. Σου αρέσει η οικογένεια και ένας από τους κυρίαρχους στόχους στη ζωή σου είναι να πραγματοποιήσεις έναν επιτυχημένο γάμο και να γευτείς
  
τη χαρά να αποκτήσεις παιδιά. Απορρίπτεις όλες τις μοντέρνες και σύγχρονες ιδέες και επιλέγεις έναν συντηρητικό και παραδοσιακό τρόπο σκέψης, αλλά και ζωής. Με την ωριμότητα και την υπευθυνότητά σου καταφέρνεις να διατηρείς σταθερές και μακρόχρονες φιλίες και σχέσεις στη ζωή σου. Παρόλα αυτά αρκετές στιγμές η έλλειψη φαντασίας, αλλά και η αυστηρή τήρηση των κανόνων που εσύ επιβάλλεις στη ζωή σου, σε κάνουν αρκετά προβλέψιμο και οδηγείς τη σχέση σου στη ρουτίνα.

Λεξάριθμος 5 «Ο φιλελεύθερος»

Είσαι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί ούτε στιγμή να τεθεί σε περιορισμό και θέλεις κάθε στιγμή της ζωής σου να νιώθεις ελεύθερος και ανεξάρτητος. Λατρεύεις τον έρωτα, το φλερτ και έχεις έντονη σεξουαλική ζωή, ωστόσο δεν σου αρέσει να μπαίνεις σε μία δέσμευση όπου πρέπει να τηρείς πρέπει και κανόνες. Είσαι ανοιχτόμυαλος, έχεις φιλελεύθερες ιδέες και σου αρέσει να εξελίσσεσαι. Θέλεις να είσαι καινοτόμος και να προκαλείς πάντα με τις επιλογές και τις αποφάσεις σου. Σου αρέσει να ζεις νέες εμπειρίες και επιζητάς πάντα το καινούριο, το διαφορετικό, το πρωτότυπο. Έχεις την ικανότητα να προσαρμόζεσαι εύκολα σε κάθε περίσταση και γίνεσαι αγαπητός σε όλους τους ανθρώπους, γιατί έχεις το ταλέντο να γεφυρώνεις κάθε χάσμα. Δεν στέκεσαι ποτέ στις λεπτομέρειες, σε νοιάζει πάντα η ουσία και ακολουθείς το ένστικτο της στιγμής. Πολλές φορές γίνεσαι αγχώδης, νευρικός και ανυπόμονος, γιατί θέλεις όλα να γίνονται τη στιγμή που τα θέλεις εσύ. Είσαι πολύ καλός στη θεωρία, γιατί οι ιδέες σου είναι ξεχωριστές και ιδιαίτερες, συναντάς όμως δυσκολίες στην πρακτική εφαρμογή των ονείρων, των σχεδίων και των σκέψεών σου. Αλλάζεις πολύ συχνά της απόψεις σου και χαρακτηρίζεσαι από αστάθεια. Παρόλα αυτά καταφέρνεις να διατηρείς πάντα τον ενθουσιασμό και την παιδικότητά σου. Έχεις κέφι για ζωή και το δείχνεις κάθε ώρα και στιγμή.

Λεξάριθμος 6 «Ο κοινωνικός»

Είσαι ένας κοινωνικός, εξωστρεφής άνθρωπος, που θέλει πάντα να λειτουργεί συλλογικά και ποτέ αυτόνομα. Διαθέτεις μία ευχάριστη και πολύ αγαπητή προσωπικότητα και κερδίζεις εύκολα το θαυμασμό και τα θετικά σχόλια. Βασική προτεραιότητα στη ζωή σου είναι οι σχέσεις σου. Απεχθάνεσαι τη μοναξιά και μπορείς να σημειώσεις πρόοδο και ανάπτυξη στη ζωή σου, μόνο όταν διατηρείς μία ισορροπία σε όλες τις σχέσεις σου. Δίνεις μεγάλη αξία στη φιλία, στην ενότητα και στη συνύπαρξη, σέβεσαι απόλυτα τις ανάγκες όλων και έχεις την προθυμία να προσφέρεις απλόχερα τη φροντίδα σου, κάθε ώρα και στιγμή. Πολύ συχνά γίνεσαι υπερπροστατευτικός με τα αγαπημένα σου πρόσωπα και σε πιάνουν και οι ανασφάλειές σου όταν «μυριστείς» κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά των οικείων σου.

Για σένα η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά, γι αυτό και πολύ συχνά μπορεί να πιαστείς από κάποιο «ασήμαντο» στοιχείο και να σε πιάσουν οι ιδιοτροπίες σου. Έχεις την τάση να παρασύρεσαι σε αλόγιστα έξοδα, θέλεις να ικανοποιείς κάθε καταναλωτική ανάγκη δική σου, αλλά και των αγαπημένων σου προσώπων. Ένα από τα μεγαλύτερα ατού σου είναι τα καλλιτεχνικά σου ταλέντα. Σου αρέσει η μουσική, ο χορός, το θέατρο και γενικότερα κάθε μορφή τέχνης.

Λεξάριθμος 7 « Ο μοναχικός»

Είσαι ένας εσωστρεφής άνθρωπος που δυσκολεύεται να χαρίσει την εμπιστοσύνη του με ευκολία στους γύρω του. Σου αρέσει η αναζήτηση σε όλους τους τομείς, φροντίζεις πάντα να εξελίσσεις τις γνώσεις σου. Ασχολείσαι με τη φιλοσοφία, με τη θρησκεία, την έρευνα, τον αποκρυφισμό και διαθέτεις εξυπνάδα, σοφία αλλά και ωριμότητα. Λατρεύεις τη μελέτη, το διάβασμα και θέλεις να διευρύνεις τους πνευματικούς σου ορίζοντες. Πολύ συχνά απομακρύνεσαι από όλους και από όλα και χάνεσαι στις σκέψεις σου. Έχεις πολλές φορές την ανάγκη να απομονώνεσαι και να ανασυγκροτείς τις δυνάμεις σου. Παρόλο που το κυρίαρχο χαρακτηριστικό σου είναι η μοναχικότητα, είσαι ένας πολύ φιλόξενος και ζεστός άνθρωπος και έχεις την ικανότητα να αποφορτίζεις τους γύρω σου από το άγχος και τις αρνητικές σκέψεις. Έχεις τον ρόλο του συμβουλάτορα, του υποστηρικτή και του καθοδηγητή στις σχέσεις σου, όχι επειδή το επιδιώκεις, αλλά επειδή εμπνέεις εμπιστοσύνη και ωριμότητα. Πολύ συχνά νιώθεις « συναισθηματική εξάρτηση» από τα αγαπημένα σου πρόσωπα και δεν μπορείς να διαγράφεις ή να αποχωρίζεσαι ανθρώπους από τη ζωή σου. Σου αρέσει η φύση, η θάλασσα και το όνειρό σου είναι κάποια στιγμή της ζωής σου να απομακρυνθείς από την βουή της πόλης και να ζήσεις μία ήρεμη και μοναχική ζωή σε ένα ήσυχο και απόμερο μέρος στην εξοχή. Ένα από τα μεγαλύτερα ατού σου είναι η διαίσθησή σου, φρόντισε να την αναπτύξεις ακόμα περισσότερο και να την εμπιστεύεσαι πάντα, γιατί ποτέ δεν πέφτει έξω.

Λεξάριθμος 8 « Ο φιλόδοξος»

Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην προσωπική σου ανάπτυξη και στην επιτυχία σου. Είσαι ένας άνθρωπος με όνειρα, φιλοδοξίες και θέτεις πάντα τον πήχυ πολύ ψηλά και κάνεις τα πάντα, για να κατακτάς ότι βάλεις στο μυαλό σου. Ποτέ δεν παρεκτρέπεσαι από τους αρχικούς σου στόχους, δείχνεις απέραντη αφοσίωση σε όλα όσα θέλεις να κερδίσεις και δίνεις μάχες για να επιτύχεις. Δίνεις πάντα το καλό παράδειγμα σε όλους, γιατί διαθέτεις θάρρος, επιμονή και έναν απέραντο δυναμισμό. Θέλεις να υπάρχει οικονομική άνεση στη ζωή σου και επικεντρώνεσαι πολύ στην ύλη. Δεν σκέφτεσαι ποτέ μόνο τον εαυτό σου, αλλά θα προσφέρεις γενναιόδωρα συναισθηματικά και υλικά σε όποιον έχει ανάγκη. Με το πέρασμα των ετών στη ζωή σου θα γευτείς την οικονομική και επαγγελματική καταξίωση. Πολλές στιγμές στέκεσαι στην επιφάνεια των πραγμάτων και αδιαφορείς για την ουσία, που είναι και η πιο σημαντική. Στον ερωτικό τομέα είσαι άνθρωπος της λογικής, δίνεις προτεραιότητα στο σεξ και αν ταιριάξεις σεξουαλικά με το σύντροφό σου, τότε είσαι απόλυτα ευχαριστημένος και πλήρης. Δώσε προσοχή στο πείσμα σου, γιατί πολλές φορές γίνεσαι εξαιρετικά ανυπόμονος και πιεστικός στους γύρω σου.

Λεξάριθμος 9 «Ο ονειροπόλος»

Είσαι ένας φιλήσυχος και ονειροπόλος άνθρωπος με ιδανικά και αξίες, που επιθυμείς μία καλύτερη ζωή, ένα καλύτερο αύριο και αγωνίζεσαι για να υπερασπίζεις τα δικαιώματα τα δικά σου, αλλά και όλων των ανθρώπων. Διαθέτεις μεγάλες ευαισθησίες, είσαι φιλικός, πρόσχαρος και εξυπηρετικός. Τάσσεσαι πάντα υπέρ των αδύναμων και έχεις πολλές κοινωνικές ευαισθησίες. Είναι πολύ πιθανό στη ζωή σου να συμμετάσχεις σε φιλανθρωπική οργάνωση και να αγωνιστείς για έναν καλύτερο κόσμο ! Έχεις πλούσια φαντασία, πολλές ιδέες και δεν διστάζεις να πάρεις πρωτοβουλίες. Παρόλα αυτά, αρκετές στιγμές δεν μπορούν να γίνουν πράξη όλα όσα έχεις προγραμματίσει, γιατί είναι εκτός πραγματικότητας . Στα οικονομικά σου θα γευτείς μεγάλα σκαμπανεβάσματα, αλλά αυτό δεν θα σε πτοήσει ούτε στιγμή, γιατί έχεις μάθει να ζεις και με τα λίγα, αλλά και με τα πολλά. Δώσε προσοχή όμως, γιατί είσαι αρκετά αμελής στις πρακτικές υποχρεώσεις σου και πολύ συχνά μπορεί να ξεχνάς να πληρώσεις λογαριασμούς ή να ματαιώνεις πράγματα που μπορεί να κάνεις σήμερα …για αύριο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Τι σημαίνει ο Λεξάριθμος του ονόματος μας σύμφωνα με την Πυθαγόρεια αρίθμηση."

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Η ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

 Η ελληνική μυθολογία αναφέρει ότι πριν από χιλιετίες η ανθρώπινη φυλή είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ύβρεως όπως και σήμερα που ο βασιλιάς των θεών, Δίας, αποφάσισε να την αφανίσει. Έτσι, έστειλε κατακλυσμό στη γη που σκότωσε τους ανθρώπους.
Σώθηκε, όμως, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα. Η Πύρρα ήταν κόρη του Επιμηθέα (υιός του Τιτάνα Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης, συμβόλιζε την απερισκεψία) και της Πανδώρας. Η Πανδώρα ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα την οποία έπλασε από πηλό ο θεός Ήφαιστος.
Η Πανδώρα άνοιξε, παρά την απαγόρευση των θεών, το σφραγισμένο πιθάρι που περιείχε όλα τα δεινά τα οποία σκορπίστηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Παρατηρείται εδώ ομοιότητα με τους πρωτόπλαστους της Βίβλου που έπλασε ο Θεός!!!
Τον ρόλο του κουτιού της Πανδώρας στην Βίβλο έχει το απαγορευμένο μήλο που και αυτό ανάγεται στα χρυσά μήλα των Εσπερίδων της αρχαιοελληνικής μυθολογίας που ήταν γαμήλιο δώρο της Γαίας (Γης) προς την σύζυγο του Δία, Ήρα και τα οποία φύλαγαν οι νύμφες Εσπερίδες (κόρες της Νύκτας και του Έσπερου)!!!
Ο Δευκαλίωνας ήταν υιός του Τιτάνα Προμηθέα ο οποίος ήταν υιός του Ιαπετού (υιός του Ουρανού και της Γης) και αδελφός του Άτλαντα (ο Τιτάνας που κρατούσε τον ουρανό), του Επιμηθέα και του Μενοίτιου (ο πατέρας του Πατρόκλου). Επί τη ευκαιρία, ο Προμηθέας θεωρείτο μεγάλος ευεργέτης της ανθρώπινης φυλής, γιατί έκλεψε την φωτιά από τους θεούς (τον θεό Ήφαιστο) και την έδωσε στους ανθρώπους.
Για την κλοπή αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία που τον έδεσε σε έναν βράχο του Καυκάσου (οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φτάσει ακόμα και εκεί) όπου ένας αετός ερχόταν κάθε μέρα και του έτρωγε το συκώτι το οποίο αναγεννιόταν. Τελικά, ο ημίθεος Ηρακλής τον απελευθέρωσε.
Οι αρχαίοι Έλληνες με τον μύθο αυτό δείχνουν, πέρα από το γεγονός ότι είχαν φθάσει στον Καύκασο, ότι γνώριζαν πως το συκώτι έχει αναγεννητική ικανότητα, κατί που έχει αποδείξει η σύγχρονη ιατρική!
Επιστρέφοντας στον Δευκαλίωνα, αυτός σώθηκε από τον μεγάλο κατακλυσμό, γιατί κατά την διάρκειά του είχε κλειστεί μαζί με την σύζυγό του Πύρρα σε ένα κιβώτιο, στην κορυφή του όρους Παρνασσός. Έτσι, το ανθρώπινο γένος δεν εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά.
 Έπειτα από συμβουλή του Δία, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα έριχναν μια πέτρα προς τα πίσω τους καθώς περπατούσαν. Κάθε πέτρα που έριχνε ο Δευκαλίωνας γινόταν άνδρας και κάθε πέτρα που έριχνε η Πύρρα γινόταν γυναίκα (το σημείο με τις πέτρες θυμίζει τους στρατιώτες που φύονταν από το έδαφος, στον μύθο του Ιάσονα).
Ο Δευκαλίωνας έγινε βασιλιάς της Φθίας στην Θεσσαλία και απέκτησε με την γυναίκα του τρία παιδιά, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια (το όνομα δεν είναι τυχαίο όπως και τα περισσότερα αρχαιοελληνικά ονόματα) και τον Έλληνα!
Από τον Έλληνα δημιουργήθηκε η ελληνική φυλή!!!
Στον μύθο αυτό φαίνεται και το γεγονός του κατακλυσμού που προφανώς είναι ο ίδιος με τον κατακλυσμό του Νώε που περιγράφει η Καινή διαθήκη!!! Σημειώνεται ότι αναφορές για μεγάλο κατακλυσμό υπάρχουν και σε άλλα αρχαία κείμενα.
 Το γεγονός ότι ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα κλείστηκαν σε ένα κιβώτιο, θυμίζει την κιβωτό στην οποία κλείστηκε ο Νώε όπως αναφέρεται στην Βίβλο!!! Ο κατακλυσμός αυτός θεωρείται ότι ήταν πραγματικό γεγονός και έχει βρεθεί στην Ασία και η υποτιθέμενη κιβωτός!
Στην πραγματικότητα ο κατακλυσμός ίσως να σχετίζεται με την τήξη των πάγων στο τέλος της περιόδου των παγετώνων.
 Άρα, αυτό επιβεβαιώνει την προϊστορική ύπαρξη των Ελλήνων που αποτύπωσαν στον μύθο το γεγονός του κατακλυσμού. Έρευνες επιστημόνων έδειξαν πως στις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα συνέβη κατακλυσμός κάπου το 5600 π.Χ.
Επίσης συνέβη κατακλυσμός και πριν από 75000 έτη, όταν τεράστιοι όγκοι ύδατος (ισοδύναμοι με 400 φορές τον όγκο των καταρρακτών του Νιαγάρα) ξεχύθηκαν από τα στενά του Βοσπόρου. Η ελληνική φυλή υπήρχε από τους προϊστορικούς χρόνους.

Αξίζει να αναφερθεί πως η ελληνική μυθολογία δίνει πολλά στοιχεία για την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Οι μύθοι του Ηρακλή τον αναφέρουν να ταξιδεύει σε διάφορες χώρες εκτός της Ελλάδος όπως στον Καύκασο (βλ. πριν που έσωσε τον Προμηθέα δεσμώτη), στην Αίγυπτο (εκεί σκότωσε τον βασιλιά Βούσιρη), στη Λιβύη όπου σκότωσε τον γίγαντα Ανταίο και συνάντησε τους Πυγμαίους (!), στην Ισπανία (πήρε τα βόδια του βασιλιά Γηρυόνη) και στο Γιβραλτάρ ή ``ηράκλειες στήλες΄΄ όπως τις έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Εκεί χώρισε στη μέση τα δύο βουνά που ένωναν την Ευρώπη με την Αφρική.
 Επίσης, πήγε και στο όρος Αβεντίνο της Ιταλίας όπου σκότωσε τον ληστή Κάκο, υιό του Ηφαίστου. Σημειώνεται ότι το όρος Αβεντίνο είναι ένας από τους 7 λόφους της Ρώμης. Άρα, πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες ίδρυσαν την Ρώμη!!!
Ο ήρωας των αρχαίων Ελλήνων Ιάσων ταξίδεψε με τους Αργοναύτες στην Κολχίδα για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Η Κολχίδα ήταν περιοχή στα νοτιοανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας στη σημερινή Γεωργία!
Στο ταξίδι του από τη μυθολογία φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν θαλασσοπόροι και είχαν φθάσει παντού. Ο Ιάσων επισκέφτηκε και την πόλη Κύζικο στον Ελλήσποντο (Δαρδανέλια). Για την Κύζικο σημειώνεται ότι ήταν αποικία της Μιλήτου (η Μίλητος ήταν ελληνική αποικία στην Μ. Ασία) από τον 7ο αιώνα π.Χ. Η αργοναυτική εκστρατεία του Ιάσονα μάλλον έγινε στα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. Ο Ερατοσθένης αναφέρει ότι έγινε το έτος 1225 π.Χ. και ο Καλλίμαχος το 1169 π.Χ.
 Η μυθολογία προφανώς αναφέρεται στα πρώτα θαλάσσια ταξίδια των αρχαίων Ελλήνων σε άγνωστες περιοχές στις οποίες συναντούσαν συχνά επιθετικούς λαούς. Εκεί ίδρυσαν και τις πρώτες τους αποικίες. Είναι εμφανές ότι στα παραπάνω μέρη είχαν ταξιδέψει οι αρχαίοι Έλληνες.
http://www.globalusers.com/main/chap9.php
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Η ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ"
Related Posts with Thumbnails