Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ - ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ - ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΜΑΘΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Τα πιο γνωστά και διαδεδομένα παρατσούκλια.

Τα πιο γνωστά και διαδεδομένα παρατσούκλια των κατοίκων πόλεων και περιοχών της πατρίδας μας.---

Η προέλευση, η ιστορία και η σημασία των παρωνυμίων από τα παλαιότερα χρόνια μέχρι και σήμερα.-----


Το παρωνύμιο, παρεπώνυμο, ή παρατσούκλι, όπως το λένε στις πόλεις και τα χωριά της ελληνικής επαρχίας, είναι ένα αστείο ή περίεργο συνήθως όνομα, με το οποίο φωνάζουν κάποιον, λόγω κάποιας ιδιότητας, συμπεριφοράς, ομοιότητας ή και ασχολίας του, επειδή, δηλαδή, μοιάζει στην εμφάνισή του  με κάτι ή έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, που παραπέμπει σε κάτι ιδιαίτερο και ασυνήθιστο, ή ο τόπος κατοικίας του έχει κάτι το ξεχωριστό και αξιοπερίεργο, ή απλά για να τον πειράξουν και να τον κοροϊδέψουν χάριν αστεϊσμού.
 Το να έχει κάποιος παρατσούκλι, είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο και στην χώρα μας από την αρχαιότητα, καθώς το παρατσούκλι πήρε την θέση του παρανόματος, που υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και που απαραίτητα «κολλούσαν» οι παλαιοί στον καθένα, σαν «στάμπα» κάποιας προσωπικότητας.
 Σήμερα η χρήση των παρωνυμίων στην πατρίδα μας είναι αρκετά διαδεδομένη, όχι μόνο μεταξύ των νέων, αλλά και μεταξύ των μεγαλυτέρων σε ηλικία. Ετυμολογικά η λέξη παρατσούκλι έχει αρχαιοελληνική και βυζαντινή προέλευση, που με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε στην σημερινή της μορφή.
 [Το επίκλην = τουπίκλην = τουπικλιάζω = τουπ’κλιάζω= τσουκλιάζω (Τζια) = τσούκλι (Τζια) = παρατσούκλι.] Τα περισσότερα παρατσούκλια έχουν ξεπηδήσει από προτερήματα ή ελαττώματα. Έτσι  συναντούμε τα παρονόματα Γιάνναρος, Σταμάταρος, Βασίλαρος, Δημήτραλος, Στελιανάρας, Γιωργάρας, αλλά και το Μιχαλάκι, το Γιαννάκι, το Δημητράκι, το Πιτσονάκι  κ.λ.π. 
 Και για το έτερο φύλο: Δεσποινάρα, Καλλιοπάρα, Ελενάρα ανάλογα με τη σωματική διάπλαση. Τόσο οι παλαιοί όσο και οι νέοι – γιατί δεν παύει ακόμη να «βαπτίζει» ο λαός μας με παρατσούκλια,  – δίνουν εξετάσεις εξυπνάδας και ψυχοφυσιολογίας, αξιολογώντας άτομα, που μόνον ο λαός μπορεί να τους δώσει κάποια θέση στο πάνθεο της προφορικής του δημιουργίας.

Τα παρατσούκλια κατοίκων διαφόρων  ελληνικών πόλεων και περιοχών. -«Κουμπάροι», «Μπόχαλοι», «Τσαμπίκοι», και «Καμινέτα» στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησα.

Όπως υπάρχουν στην πατρίδα μας παρωνύμια για τα μεμονωμένα πρόσωπα, έτσι υπάρχουν παρατσούκλια και για τους κατοίκους σχεδόν κάθε ελληνικής πόλης και περιοχής. Τα παρατσούκλια αυτά είναι τα «συνθηματικά» ονόματα των κατοίκων μιας πόλης ή περιοχής, που χρησιμοποιούνται συνήθως με σκωπτική -αλλά μερικές φορές και με προσβλητική διάθεση- για να τους χαρακτηρίσουν με βάση κάποια ιδιαίτερα στοιχεία της μορφολογίας τους, της συμπεριφοράς τους, της τοπικής τους διαλέκτου, της ιστορίας τους, της καταγωγής τους, της επαγγελματικής τους ενασχόλησης, του τόπου τους κλπ. και για να τους ξεχωρίσουν από τους κατοίκους άλλων πόλεων και περιοχών. Ιδιαίτερη χρήση αυτών των παρωνυμίων γίνεται σήμερα στην πατρίδα μας στις αθλητικές (κυρίως τις ποδοσφαιρικές) αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων από διάφορες πόλεις και περιοχές, κατά τις οποίες οι οπαδοί της μίας ομάδας χρησιμοποιούν τέτοια παρατσούκλια για να προκαλέσουν και να κοροϊδέψουν τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας.
Σε σχετική έρευνά μας και σε αναζήτηση, που πραγματοποιήσαμε σε διάφορες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, ανακαλύψαμε διάφορα ενδιαφέροντα παρωνύμια – παρατσούκλια για τους κατοίκους πολλών πόλεων και περιοχών της πατρίδας μας, τα οποία στην πλειονότητά τους, αν και η καθιέρωσή τους ανάγεται στα παλαιότερα χρόνια, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα.
 Παραθέτουμε, λοιπόν, στην συνέχεια ενδεικτικά κάποια από τα παρατσούκλια αυτά με την σχετική τους προέλευση και ιστορία, παραλείποντας κάποια άλλα, που θεωρούνται πολύ υποτιμητικά, προσβλητικά, ή και υβριστικά.
Αρχίζοντας από τους νησιώτες, αναφέρουμε, ότι οι Κύπριοι έχουν το χαρακτηριστικό παρατσούκλι«Κουμπάροι»
, που προήλθε από την συνηθισμένη και
προσφιλή προσφώνηση των Κυπρίων μεταξύ των.
Οι κάτοικοι της νήσου Κω φέρουν το παρατσούκλι «Μπόχαλοι». Το παρατσούκλι αυτό προέρχεται από την λέξη μπουκάλι, που στην τοπική διάλεκτο του νησιού, το μπουκάλι το λένε μποχάλι.
Οι κάτοικοι της Ρόδου έχουν το παρωνύμιο «Τσαμπίκοι», επειδή το όνομα αυτό συναντάται πολύ ως επώνυμο στο νησί.
Οι κάτοικοι της Κάσου έχουν το παρατσούκλι «Καμινέτα».
Την ονομασία αυτή, ακόμη και σήμερα την χρησιμοποιούν οι Κασιώτες μεταξύ τους, για να ειρωνευτούν κάποιον Κασιώτη, που «νεωτερίζει». «Καμινέτα», έλεγαν τους εξ Αιγύπτου Κασιώτες της περιόδου 1900-1960. Το παρατσούκλι αυτό το έδωσαν οι Κασιώτες που έμειναν στο νησί στους Αιγυπτιοκασιώτες για λόγους ζήλιας. Οι Κασιώτες στην Αίγυπτο, δουλεύοντας κυρίως στην Διώρυγα του Σουέζ, απέκτησαν πολλά χρήματα, σπούδασαν τα παιδιά τους και κάθε τρία χρόνια. που έπαιρναν την τρίμηνη άδεια από την Υπηρεσία της Διώρυγας του Σουέζ, πήγαιναν «κονζέ» (διακοπές) στην Κάσο.
 Οι Αιγυπτιοκασιώτες στο νησί έμεναν όλο αυτό το τρίμηνο, είτε στα πατρικά τους, είτε σε συγγενείς, που τους φιλοξενούσαν γιατί ούτε ξενοδοχεία ούτε ενοικιαζόμενα δωμάτια και σπίτια υπήρχαν τότε στον «βράχο». Οι Αιγυπτιοκασιώτες μαζί με τα άλλα συμπράγκαλα κουβαλούσαν και το καμινέτο (μικρή γκαζιέρα, χρυσαφιού χρώματος, που στη βάση της υπήρχε δοχείο για το πετρέλαιο και στη μία άκρη του μία τρόμπα, που τη πρέσαραν για να ανάψουν τη φωτιά και να ψήσουν καφέ). 
Οι ντόπιοι Κασιώτες, που είχαν μείνει στον ξυλόφουρνο, για να περιπαίξουν τους νεωτερισμούς αυτούς, τους έλεγαν «καμινέτα»

 «Σύντεκνοι» και «Πέτσακες» Κρητικοί, «Γκασμάδες» Μυτιληνιοί, «Μπακαούκες»  Σαλαμίνιοι και «Παγανέλια» Κερκυραίοι

Τα πιο διαδεδομένα παρατσούκλια για τους Κρητικούς είναι «Πετσιά» ή «Πέτσακες», «Σβούροι» και «Σύντεκνοι».
«Πέτσακας», ονομάζεται υποτιμητικά ο ορεσίβιος ή «πρωτόγονος» και απολίτιστος χωρικός, που κατεβαίνει στην πόλη με κατακτητικές διαθέσεις, με τα γνωστά γνωρίσματα (4X4, μαύρο πουκάμισο κ.λπ.). Εναλλακτικά, αποκαλούνται και «βοσκοί». «Σβούροι» είναι οι «κάγκουρες» στην τοπική διάλεκτο (σβουρίζω=στριφογυρίζω), δηλαδή αυτοί που επιδεικνύουν τα καλοδιατηρημένα μηχανάκια τους και αυτοκίνητα. «Σύντεκνοι», είναι οι κουμπάροι (πιο συγκεκριμένα «σύντεκνος» αποκαλείται ο νονός του παιδιού) και αποτελεί προσφιλή προσφώνηση στην τοπική διάλεκτο (όπως και το «κουμπάρε»), ενίοτε περιπαικτικά ή χαριτολογώντας.
Οι κάτοικοι στο Ηράκλειο της Κρήτης έχουν αποκτήσει από τα παλαιότερα χρόνια τα παρωνύμια «Σουμπερίτες» και «Καστρινοί».
Ονομάστηκαν «Σουμπερίτες», διότι στην κατοχή ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής του νησιού Σούμπερ είχε την έδρα του στο Hράκλειο και «Καστρινοί», επειδή το Ηράκλειο ονομαζόταν από τα παλαιότερα χρόνια και Κάστρο, εξαιτίας του μεγάλου τείχους, που περιέβαλε την πόλη και την καθιστούσε απόρθητο κάστρο για τους εχθρούς της.
Οι Ιεραπετρίτες έχουν αποκτήσει το παρατσούκλι «Βορέδες».
Η ονομασία αυτή προέρχεται από την λέξη «βορέ», που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι της περιοχής της Ιεράπετρας κατά κόρον σε κάθε συνδυασμό με την κρητική διάλεκτο, αφού αποτελεί συνώνυμο των λέξεων « μωρέ», «βρε» κλπ.
Χαρακτηριστική είναι η ιεραπετρίτικη έκφραση «’Ιντα κάνεις βορέ;»
Οι κάτοικοι της Λέσβου, οι Μυτιληνιοί, έχουν το παρωνύμιο «Γκαζμάδες» ή «Κασμάδες», που το απέκτησαν τα τελευταία χρόνια από όσους υπηρέτησαν την στρατιωτική τους θητεία στο όμορφο αυτό νησί.
Την Μυτιλήνη την ονόμασαν «Γκασμαδία» ή «Κασμαδία» οι φαντάροι, επειδή η στρατιωτική ζωή εκεί θεωρείται δύσκολη και κουραστική. Μεταξύ άλλων η στρατιωτική ζωή στην Μυτιλήνη περιλαμβάνει και την εκσκαφή στρατιωτικών αμυντικών ορυγμάτων, που απαιτεί πολύ σκάψιμο με κασμάδες, από όπου βγήκε και το παρατσούκλι «Γκασμαδία» για το νησί και «Γκασμάδες» για τους κατοίκους του. Κατά μία άλλη εκδοχή το παρατσούκλι αυτό προέρχεται από έναν μύθο, (κατά την προφορική παράδοση, που επικρατεί μεταξύ των φαντάρων) σύμφωνα με τον οποίο, όταν ήταν να κατασκευαστεί το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης, όλοι οι κάτοικοι του νησιού πήγαν να συνδράμουν στο έργο, κρατώντας μόνον από έναν κασμά (χωρίς να έχει κανένας μαζί του φτυάρι ή σκαπέτι).
Οι Σαλαμίνιοι έχουν τα παρατσούκλια «Μπακαούκες» και «Μανάρια».
Για το παρατσούκλι «Μπακαούκας» υπάρχει και το γνωστό ανέκδοτο, ότι στο νησί της Σαλαμίνας επικρατεί «εμφύλιος» μεταξύ των Μπάκις και των Ούκας. Το παρατσούκλι «Μανάρια» το απέκτησαν
πιθανότατα, λόγω της προσφιλούς προσφώνησης, που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του νησιού («Μανάρι μου»). Μανάρι, λέγεται το νεογέννητο αρνί, που ακολουθεί κατά πόδας την μάνα του.
Οι Κερκυραίοι είναι ευρύτερα γνωστοί ως «Παγανέλια» ή «Φραγκολαντζέρηδες».
Λέγεται, ότι πήραν το παρατσούκλι αυτό από τα παγανέλια. Παγανέλι στην κερκυραϊκή διάλεκτο σημαίνει περιστέρι και η Κέρκυρα (κυρίως οι πλατείες, αλλά γενικά όλη η πόλη της) είναι γεμάτη από περιστέρια. Για το παρατσούκλι «Φραγκολαντζέρηδες» δεν είναι βεβαιωμένη η προέλευσή του, πιθανώς, όμως, αυτό να προέρχεται από το ότι στα παλιά χρόνια πολλοί Κερκυραίοι δούλευαν -συνήθως σε βαριές ή υποτιμητικές δουλειές- με αφεντικά ξένους, καθολικούς (Γάλλους, Ιταλούς, κ.α. δηλ. «Φράγκους») άρχοντες. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι από την Κέρκυρα και γενικά τα Επτάνησα πέρασαν από τον Μεσαίωνα μέχρι και στα τέλη του 19ου αιώνα ως κατακτητές Ενετοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Ρώσοι κ.α., αλλά όχι και οι Τούρκοι, και για αυτό οι κάτοικοί τους δεν βίωσαν την Τουρκοκρατία, όπως οι άλλοι πρόγονοί μας σε άλλα μέρη της πατρίδας μας.

«Χαμουτζήδες», «Συκιές» Καλαματιανοί, «Μινάρες» Πατρινοί, «Πρασάδες» Αργίτες και «Αυγοζύγες» Αρκάδες

Όλοι οι Νοτιοελλαδίτες έχουν από παλιά το παρωνύμιο«Χαμουτζήδες», που το χρησιμοποιούν οι Βορειοελλαδίτες, για να ονομάσουν όσους κατοικούσαν στα μέρη της πατρίδας μας από την Αθήνα και κάτω (εκ του «χάμω»->«Εκεί χάμου»->«Χαμουτζήδες»).
Οι Καλαματιανοί είναι γνωστοί με τα παρατσούκλια«Συκιές» και «Σύκα».
Τα παρατσούκλια αυτά τα απέκτησαν παλαιότερα, λόγω των σύκων, που εκτός από τις ελιές, αποτελεί σημαντικό προϊόν στην Μεσσηνία και στην Καλαμάτα. Στις ημέρες μας τα παρατσούκλια αυτά έχουν αρνητική σημασία, καθώς στην αργκό γλώσσα, «συκιά» αποκαλείται κοροϊδευτικά ο κίναιδος.
Οι Πατρινοί έχουν, ως πιο γνωστό από αυτά που κυκλοφορούν, το παρατσούκλι  «Μινάρες», που γενικά έχει υβριστική και υποτιμητική σημασία, αλλά δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τους νεότερους σε ηλικία κατοίκουςτης Πάτρας, που έχουν σαν τυπικό χαιρετισμό την έκφραση «που ‘σαι ρε μινάρα»;.
Το πιο γνωστό παρωνύμιο για τους Ναυπλιώτες, που επεκράτησε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είναι «Κωλοπλένηδες».
Φαίνεται, ότι κυρίως οι Aργίτες τους έδωσαν το παρατσούκλι αυτό και τους αποκαλούν έτσι, διότι στα παλιά χρόνια οι Ναυπλιώτες πλένονταν στις τούρκικεςτουαλέτες. Όμως και οι κάτοικοι του Άργους είχαν το παρατσούκλι τους, που ήταν «Πρασάδες».
Είναι πιθανό να έβγαλαν το παρατσούκλι αυτό, ως αντίποινα, οι Ναυπλιώτες, επειδή κοροϊδεύανε τους Αργίτες, ότι έτρωγαν το πράσο με το οποίο χτυπούσαν το γαϊδούρι τους.
Οι Αρκάδες έχουν τα παρατσούκλια «Σκορδάδες» και «Αυγοζύγες».
Ο κάτοικος της περιοχής της Αρκαδίας ονομάστηκε  «Σκορδάς» λόγω της παλαιότερης μεγάλης τοπικής παραγωγής σκόρδων και αυγοζύγης, γιατί, όπως λέγεται, κατηγορούσαν τους Αρκάδες, ότι πουλούσαν τα αυγά, όχι με το κομμάτι, αλλά βάσει του μεγέθους τους (ζύγιζαν τα αυγά).
Το γνωστότερο παρατσούκλι των Κορινθίων είναι «Λαΐδες» και έχει υποτιμητική σημασία, γιατί η Λαΐδα ήταν μια γνωστή εταίρα της αρχαιότητας από την Κόρινθο.

«Γκάγκαροι» Αθηναίοι, «Τρελλονερίτες» Χαλκιδείς, «Βλάχοι» Αγρινιώτες

Οι εκ καταγωγής γνήσιοι Αθηναίοι έχουν το γνωστό παρωνύμιο «Γκάγκαροι». Το παρατσούκλι αυτό καθιερώθηκε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και προέρχεται από την λέξη γκάγκαρο.
Γκάγκαρο ήταν το βαρύ ξύλο, που ήταν κρεμασμένο με σκοινί πίσω από τις αυλόπορτες, τις οποίες έκλεινε με το βάρος του (gaga στην τουρκική γλώσσα είναι το ράμφος).
Γκάγκαρος λεγόταν, λοιπόν, επί Τουρκοκρατίας ο Αθηναίος της ανώτερης κοινωνικής τάξης, ο οποίος στην πόρτα του είχε γκάγκαρο. Το παρατσούκλι «Γκάγκαρος» διατηρήθηκε μέχρι τώρα και σημαίνει ο γνήσιος Αθηναίος.
Οι κάτοικοι της Xαλκίδας στην Εύβοια έχουν το παρατσούκλι «Τρελλονερίτες», που προέρχεται από το γνωστό φαινόμενο της παλίρροιας. Λέγεται, ότι τα «τρελλά» νερά του Ευρίπου έχουν πειράξει και τα μυαλά των Χαλκιδέων, που «τρελλάθηκαν» από αυτά και ονομάστηκαν «τρελλονερίτες».
Οι κάτοικοι της Λιβαδειάς στην Βοιωτία απέκτησαν το παρωνύμιο «Καβουράδες».
Λέγεται, ότι τους «κόλλησαν» το παρατσούκλι αυτό, όταν γκρέμισαν μια ολόκληρη γέφυρα για να σώσουν ένα…καβούρι!
Τους κατοίκους του Ορχομενού της Βοιωτίας τους έχουν δώσει το παρατσούκλι «Βλασταράδες», πιθανότατα, λόγω της ενασχόλησής τους με την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών.
 Οι κάτοικοι του Αγρινίου της Αιτωλοακαρνανίας έχουν το παρωνύμιο «Βλάχοι», όχι τόσο λόγω της ιδιαίτερης καταγωγής κάποιων εξ αυτών, αλλά, με υποτιμητική σημασία, λόγω της φήμης, που είχαν αποκτήσει, ότι είχαν άξεστη και κουτοπόνηρη συμπεριφορά. Το παρατσούκλι αυτό προήλθε μάλλον από τους Μεσολογγίτες, οι οποίοι εξακολουθούν υποτιμητικά να αποκαλούν έτσι τους Αγρινιώτες, θεωρώντας τον εαυτό τους καλύτερο, εξευγενισμένο και εκπολιτισμένο.
Οι κάτοικοι της Αμφιλοχίας απέκτησαν το παρωνύμιο «Καβουροζούμηδες»
Λέγεται πως παλιότερα, λόγω της φτώχειας, έπιαναν καβούρια, τα έβραζαν, και έπιναν το ζουμί τους.

«Τυράδες» Λαρισαίοι, «Αυστριακοί» Βολιώτες και «Σακαφλιάδες» Τρικαλινοί

Οι κάτοικοι της Λάρισας και της ευρύτερης περιοχής της έχουν τα παρατσούκλια «Πλατυποδαράδες» ή «Πλατύποδες», «Τυράδες»  και «Τυρόγαλα».
Φαίνεται, ότι οι Λαρισαίοι απέκτησαν τα παρατσούκλια αυτά εξαιτίας της περιοχής, που ζουν και της αγροτικής τους παραγωγής. Λόγω του θεσσαλικού κάμπου, που είναι επίπεδος και δεν βοηθάει στο σχηματισμό καμάρας στο πόδι, οι Λαρισαίοι χαρακτηρίστηκαν «πλατύποδες», ενώ τα παρατσούκλια «Τυράδες» και «Τυρόγαλα» βγήκαν από τα χαρακτηριστικό τοπικά κτηνοτροφικά προϊόντα της περιοχής.
Οι κάτοικοι του Βόλου από τα παλαιότερα χρόνια έχουν το παρατσούκλι «Αυστριακοί».
Για το παρατσούκλι αυτό κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές. Άλλοι εξηγούν την καθιέρωσή του, επειδή οι Βολιώτες θεωρούνταν τσιγκούνηδες – σαν τους Αυστριακούς-, άλλοι υποστηρίζουν, ότι προέρχεται από την φήμη, ότι οι Βολιώτες είναι ψυχροί άνθρωποι – σαν τους Αυστριακούς-, και άλλοι από την φήμη, ότι οι Βολιώτες είναι μοχθηροί άνθρωποι – σαν τους Αυστριακούς. Και για να εξηγήσουμε αυτή την προκατάληψη εναντίον των Αυστριακών, σημειώνουμε ότι επί Τουρκοκρατίας σε πολλά μέρη της πατρίδας μας οι Αυστριακοί (ίσως και λόγω της φιλοτουρκικής συμπεριφοράς και πολιτικής τους) ήσαν μισητοί και είχαν χειρότερη φήμη σαν άνθρωποι, ακόμη και από τους Τούρκους. Μία άλλη εκδοχή είναι, ότι το παρατσούκλι αυτό το πήραν οι Βολιώτες επειδή στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν μπήκε στον Παγασητικό κόλπο ένα αυστριακό πολεμικό, αν και εχθρικό, οι Βολιώτες το υποδέχθηκαν με μπάντες και αυστριακές σημαίες.
Πάντως, οι εξηγήσεις, που δίνουν οι ίδιοι οι Βολιώτες, είναι, ότι επί Τουρκοκρατίας η πόλη είχε διάφορα εμπορικά προνόμια, ένα από τα οποία ήταν και η ύπαρξη Αυστριακού Προξενείου στην πόλη, αλλά και η δυνατότητα, που είχαν οι Βολιώτες να εμπορεύονται υπό αυστριακή προστασία.
Μετά το 1881, που ο Βόλος ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, η ελληνική διοίκηση, για να ανταπεξέλθει στις μεγάλες οικονομικές ανάγκες του κράτους, φορολόγησε βαριά τους κατοίκους της Θεσσαλίας. Επιβλήθηκε τότε ένας ιδιότυπος νέος κεφαλικός φόρος σε όλους τους «Έλληνες το γένος» (κατά κύριο λόγο εμπόρους), κάτι το οποίο οδήγησε τους μαγαζάτορες του Βόλου να βάλουν ξένες, αυστριακές σημαίες στα μαγαζιά τους για να αποφύγουν να φορολογηθούν.
Οι Τρικαλινοί  έχουν τα παρατσούκλια «Κασέρια» και «Σακαφλιάδες».
Το παρωνύμιο «Κασέρια» το πήραν λόγω του εξαιρετικής ποιότητας τοπικού κασεριού, που παράγεται σε μεγάλη ποσότητα στην περιοχή αυτή, και το «Σακαφλιάδες» από τον Σακαφλιά, ο οποίος υπήρξε ιστορικό πρόσωπο και έζησε στα Τρίκαλα κατά την εποχή του Μεσοπολέμου, λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Λέγεται, ότι ο Σακαφλιάς ήταν ένας ωραίος άντρας, ένας «Δον Ζουάν» στα Τρίκαλα εκείνης της εποχής, που είχε ξετρελλάνει τις Τρικαλινές και είχε αναστατώσει την τρικαλινή κοινωνία με τα καμώματά του. Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του κάποιοι θέλησαν να τον «βγάλουν από την μέση», ώσπου τους δόθηκε η ευκαιρία να του στήσουνε καρτέρι στα στενά σοκάκια του Βαρουσίου και τον σκοτώσουν μαχαιρώνοντάς τον, όπως περιγράφει και το πασίγνωστο λαϊκό τραγούδι. Η λέξη σακαφλιάς σημαίνει κατά λέξη φίλος της σάρκας (σάρκα+φίλος > σαρκαφιλιάς > σακαφλιάς).

«Παγουράδες» Γιαννιώτες, «Σαρδέλες» Πρεβεζάνοι και «Νερατζόκωλοι» Αρτινοί

Τα πιο γνωστά και διαδεδομένα παρωνύμια των κατοίκων των Ιωαννίνων είναι «Παγουράδες», που προέρχεται από την λέξη παγούρι και «Σκωταράδες», που προέρχεται από την λέξη συκώτι .
Οι Γιαννιώτες αποκαλούνται «Παγουράδες», γιατί παλιά έλεγαν, ότι στην λίμνη των Ιωαννίνων καθρεπτιζόταν το φεγγάρι και οι Γιαννιώτες έτρεχαν με τα παγούρια για να μαζέψουν το μαγικό νερό, ή κατ’ άλλους για να αδειάσουν την λίμνη με τα παγούρια τους και να βγάλουν το φεγγάρι έξω, που νόμιζαν, ότι είχε πέσει μέσα σε αυτήν! 
Κατ’ άλλους απέκτησαν το παρατσούκλι αυτό επειδή επιχείρησαν να αδειάσουν την λίμνη με παγούρια, όταν κυκλοφόρησε η φήμη, πως στον βυθό της υπήρχε θησαυρός. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο όρος προέκυψε στο Αλβανικό Μέτωπο το 1940. Κάποιοι, (όχι απαραίτητα από τα Ιωάννινα), δείλιασαν και για να αποφύγουν να πάνε σαν στρατιώτες στον πόλεμο, εφηύραν ένα κόλπο: Γέμιζαν με νερό ένα παλιό μεταλλικό παγούρι του στρατού, το έβάζαν στην γάμπα τους και…πυροβολούσαν. Έτσι δημιουργούσαν ένα πολύ αμυδρό τραύμα, που τους έστελνε αναγκαστικά στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στον Κουραμπά. Οι γιατροί του Νοσοκομείου, όμως,  κατάλαβαν τελικά το κόλπο και έλεγαν μεταξύ τους για τις περιπτώσεις αυτές: «Άιντε κι’ άλλος με παγούρι ήρθε» κι έτσι σιγά σιγά τους βαφτίσανε με το παρατσούκλι «παγουράδες». Τέλος, σύμφωνα με την πιο απλή εκδοχή, την προσωνυμία έδωσαν οι επισκέπτες της πόλης, επειδή οι Γιαννιώτες είχαν στη ζώνη τους δεμένο το παγούρι τους ή επειδή κατέβαιναν στη λίμνη Παμβώτιδα για να πάρουν νερό με τα παγούρια τους. Λέγονται και «σκωταράδες», επειδή παλαιότερα, στις περισσότερες ταβερνούλες της εποχής τα τηγανισμένα συκωτάκια ήταν για τον Γιαννιώτη ο βασικός μεζές (ίσως και γιατί ήταν ο πιο φτηνός).
Οι κάτοικοι της Πρέβεζας έχουν το παρατσούκλι «Σαρδέλες». Λέγεται, ότι οι Πρεβεζάνοι πήραν το παρατσούκλι αυτό, λόγω της φήμης που είχαν, ότι είναι κουτοί και ότι…βάζουν τις σαρδέλες στο κλουβί!
Οι Αρτινοί είναι γνωστοί με το παρωνύμιο «Νεραντζοκώληδες» ή «Νεραντζόκωλοι», λόγω του ότι στην Άρτα καλλιεργούν πολλά εσπεριδοειδή και επειδή εκεί υπάρχουν ειδικά, πολλές νεραντζιές με νεράντζια. Το παρατσούκλι αυτό, λέγεται, ότι τους το κόλλησαν οι Γιαννιώτες.
Οι εκ καταγωγής Πόντιοι, που ζουν σε διάφορες περιοχές της χώρας μας και κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα,, έχουν διάφορα παρωνύμια. Τα πιο γνωστά εξ αυτών είναι «Αβούτοι» (από το αούτος ή αβούτος, που σημαίνει στα ποντιακά αυτός) , «Ντουντούμια» και «Τουρκούλια».

«Καρντάσια» Θεσσαλονικείς, «Σούρδοι» Κοζανίτες και «Γουναράδες» Καστοριανοί

Οι Θεσσαλονικείς είναι ευρύτερα γνωστοί με τα παρατσούκλια «Καρντάσια» (ή «Γκαρντάσια»), «Μπαγιάτηδες» και «Παυλοκαταραμένοι».
Καρντάσι είναι ο αδερφός στα τουρκικά και επειδή στην συμπρωτεύουσα είχαν εγκατασταθεί πολλοί πρόσφυγες από τον Πόντο, την Μ. Ασία, την Κων/πολη κ.ά., που χρησιμοποιούσαν τουρκικές λέξεις στις συνομιλίες μεταξύ τους και ιδιαίτερα την λέξη καρντάσι, βγήκε για τους Θεσσαλονικείς το παρατσούκλι «Καρντάσια» και για την Θεσσαλονίκη το παρατσούκλι «Καρντασούπολη»! Οι γηγενείς Θεσσαλονικείς είναι επίσης γνωστοί με το παρατσούκλι «Μπαγιάτηδες» 
 (που χρησιμοποιούσαν οι πρόσφυγες για να χαρακτηρίσουν τους γηγενείς, βέρους Θεσσαλονικείς), και ως «Παυλοκαταραμένοι». Μια λαϊκή παράδοση λέει πως, όταν ο Απόστολος Παύλος ξεκίνησε να περιοδεύει στην Μακεδονία για την ίδρυση των πρώτων Χριστιανικών Εκκλησιών, οι Εθνικοί τον κυνήγησαν με τις πέτρες. Ο Απόστολος Παύλος έχασε την ψυχραιμία του και έδωσε κατάρα να μην σηκωθούν ποτέ οι πέτρες από τους δρόμους της πόλης. Και από τότε η παράδοση ονόμασε τους Θεσσαλονικείς, «Παυλοκαταραμένους.
Τα παρατσούκλια αυτά είναι, όμως, σήμερα λιγότερο διαδεδομένα και τείνουν να εκλείψουν.
Οι σλαβόφωνοι γηγενείς κάτοικοι της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας έχουν πάρει το παρατσούκλι από τα παλαιότερα χρόνια«Νεζνάμηδες».

Το παρατσούκλι αυτό οφείλεται στο ότι απαντούσαν «νε ζναμ, νε βιντέμ» (δεν ξέρω, δεν είδα) σε ερωτήσεις, που δεν καταλάβαιναν ή ήθελαν να αποφύγουν.
Οι κάτοικοι της Πτολεμαΐδας έχουν το παρωνύμιο «Καϊλαριώτες», με το οποίο είναι γνωστοί κυρίως στους κατοίκους των γειτονικών της περιοχών.
Αυτό το παρατσούκλι επεκράτησε επειδή η Πτολεμαΐδα λέγεται αλλιώς και Καϊλάρια. Επίσης λέγεται και «λασποχώρι», γιατί στα παλιά χρόνια, όταν έβρεχε, ήταν ένα χωριό γεμάτο λάσπες.
Οι Κοζανίτες έχουν από τα παλιά χρόνια το παρατσούκλι «Σούρδοι».
Λέγεται, ότι πήραν το παρατσούκλι αυτό, διότι ήσαν πονηροί και συμφεροντολόγοι και προσποιούνταν τους χαζούς, ή ότι δεν άκουγαν κάτι, όταν φυσικά δεν τους συνέφερε. Και έτσι, οι μεν υπόλοιποι Έλληνες τους δέχτηκαν με αυτή την ιδιαίτερη νοοτροπία τους, οι δε Εβραίοι, σύμφωνα με την παράδοση, δεν κατάφεραν να στεριώσουν ούτε στιγμή στην περιοχή, επειδή αντελήφθησαν ότι εκεί, με τέτοιους γηγενείς κατοίκους, δεν θα μπορούσαν ποτέ να προκόψουν και να πλουτίσουν. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το παρατσούκλι αυτό έχει βλαχική προέλευση, αφού στην βλαχική διάλεκτο Σούρδος σημαίνει κουφός ή βλάκας.
Οι Καστοριανοί έχουν το παρωνύμιο «Γουναράδες», επειδή μία από τις σπουδαιότερες και πλέον επικερδείς επαγγελματικές δραστηριότητές τους υπήρξε από τα παλαιότερα χρόνια η γουνοποιία.
Οι Φλωρινιώτες έχουν το παρατσούκλι «Απόγονοι της Γιουργίας». Το παρατσούκλι αυτό έχει υβριστικό χαρακτήρα, επειδή η Γιούργα ή Γιουργία, που σήμαινε Γεωργία στην  τοπική φλωρινιώτικη διάλεκτο, υπήρξε ιστορικό πρόσωπο και ήταν η μεγαλύτερη πόρνη της περιοχής.
«Ακανέδες» Σερραίοι, «Ψαροκασέλες» Καβαλιώτες, «Γκάτζολοι» Εβρίτες

Οι κάτοικοι των Σερρών έχουν το παρωνύμιο «Ακανέδες».
Το παρατσούκλι αυτό το πήραν οι Σερραίοι, επειδή στην πόλη των Σερρών από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας φτιάχνονται οι περίφημοι ακανέδες, που είναι ένα είδος γλυκού σαν λουκούμι.
Οι κάτοικοι της Καβάλας έχουν το παρωνύμιο «Ψαροκασέλες», με το οποίο τους αποκαλούσαν από τα παλιότερα χρόνια οι γείτονές τους, κυρίως Δραμηνοί και Ξανθιώτες, πιθανώς επειδή πολλοί ήσαν ψαράδες. Οι Ξανθιώτες έχουν το παρατσούκλι «Πομάκοι» ή «Πομάκια», λόγω της παρουσίας στην περιοχή αυτή μεγάλου πληθυσμού Πομάκων, ενώ οι κάτοικοι της Κομοτηνής και της ευρύτερης περιοχής της Ροδόπης αποκαλούνται με τα παρατσούκλια «Σουτζούκ-λουκούμια» και «Στραγαλάδες» εξαιτίας των γνωστών τοπικών προϊόντων
 Για τους κατοίκους ολόκληρης της περιοχής του νομού Έβρου χρησιμοποιείούνται τα παρατσούκλι «Γκάτζοι» ή «Γκάτζολοι», που το συνηθίζουν ιδιαίτερα όσοι υπηρετούν εκεί την στρατιωτική τους θητεία και «Γαλαζοβράκηδες».
Στο Σουφλί του νομού Έβρου παλαιότερα υπήρχαν πολλά γαϊδούρια, τα οποία τα έλεγαν αλλιώς γκατζόλια (από την βουλγαρική λέξη γκατζόλ, που σημαίνει γάϊδαρος) και γκάτζους. Έτσι οι φαντάροι έβγαλαν κοροϊδευτικά την περιοχή «Γκατζολία» και έμεινε να φωνάζουν τους κατοίκους «Γκάτζολους». Ακόμα και η ιστορική αμαξοστοιχία του ΟΣΕ «604 Έβρος Εξπρές» πήρε το παρατσούκλι «Γκάτζος Εξπρές».
«Γαλαζοβράκηδες», ονομάστηκαν οι Εβρίτες από τους άλλους Θράκες, στους παλαιότερους χρόνους, λόγω της ιδιαίτερης ενδυμασίας τους, που περιελάμβανε και την γαλάζια βράκα.

Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

http://www.elliniki-gnomi.eu 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Τα πιο γνωστά και διαδεδομένα παρατσούκλια."

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Τα Κοζανίτικα επώνυμα

Τα Κοζανίτικα επώνυμα αποκαλύπτουν την ετερογένεια του πληθυσμού

Διαβάζοντας το βιβλίο «Όψεις της Ετερότητας*», μια έκδοση που έχει άμεση σχέση με το πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, αφού οι ερευνητές που υπογράφουν εργάζονται σε αυτό, βρήκαμε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που προσπαθεί να εξάγει συμπεράσματα για την καταγωγή, την ταξική διάρθρωση και την κουλτούρα της περιοχής της Κοζάνης μέσα από τα επώνυμα των ανθρώπων. --
Η έρευνα αυτή βασίζεται σε ένα δείγμα 2.159 επωνύμων της Κοζάνης.
Εμείς θα επικεντρωθούμε σε κάποια σημεία της που θεωρούμε πιο σημαντικά, ώστε να κατανοήσουμε ότι είμαστε ένα μίγμα ετερογενούς πληθυσμού, να αποδεχθούμε αυτή τη πραγματικότητα και να προσπαθήσουμε να αμβλύνουμε κάποιες ρατσιστικές αντιλήψεις που εντάσσουν αυθαίρετα και ανιστορικά τους ανθρώπους σε υποτιθέμενες ομοιογενείς συλλογικότητες, τονίζοντας έτσι διαφορές που τελικά οδηγούν ακόμα και σε συγκρούσεις.
 Όλοι έχουμε αναρωτηθεί κάποτε γιατί τόσο εμείς όσο και οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουμε αυτό το όνομα και όχι κάποιο διαφορετικό και πώς προέκυψε αυτό. Κάποια από τα ονόματα αυτά δείχνουν φανερά την σημασία τους, κάποια άλλα ενώ τα θεωρούμε αυτονόητα, μόλις προσέξουμε λίγο περισσότερο, διαπιστώνουμε πως μας είναι αδιευκρίνιστα και μοιάζουν χωρίς σημασία.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Γιατί δίνουμε ονόματα;
«Τα ονόματα που δίνονται στους ανθρώπους, συνιστούν μια πανάρχαια πανανθρώπινη συνήθεια, που έχει σαν βάση την λαϊκή δοξασία ότι το όνομα έχει κάποια μαγική δύναμη και συνδέεται κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο με το άτομο που το φέρει […] […] Η ονοματοθεσία γινόταν πάντα με ιδιαίτερη επιμέλεια , καθώς θεωρείτο ότι ένα καλό όνομα θα είχε σημαντική επίδραση στη τύχη του ανθρώπου που θα το έφερε σε όλη του τη ζωή.
Είναι αναμφισβήτητο από την άλλη το γεγονός ότι η ονοματοθεσία σχετίζεται με τον ιστορικό βίο κάθε λαού, τις περιπέτειές του, τις ιδιαίτερες κλίσεις και τη νοοτροπία του. Αντλεί επίσης σημαντικό μέρος του υλικού της από τις καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων, από περιστατικά της ζωής τους και από τα αντικείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή.
 Κάποια εποχή το όνομα που έφερε ένας άνθρωπος, και κυρίως αυτό που επικράτησε να ονομάζεται «επώνυμο», είχε λειτουργική αξία και άμεση σχέση με το επάγγελμα ή την καταγωγή εκείνου που το έφερε, με τα σωματικά, ηθικά ή άλλα χαρακτηριστικά του, και μάλιστα δημιουργείτο με βάση αυτά.
 Έτσι ένας Σαμαράς για παράδειγμα υποδηλώνει το επάγγελμα που ασκούσε ο έτσι επονομαζόμενος και ένας Κουτσογιάννης δεν μπορεί παρά να λεγόταν Γιάννης και να ήταν κουτσός. Αργότερα αυτή η λειτουργική σχέση μετατρέπεται σε εντελώς συμβατική και αποτελεί ένα αυθαίρετο σημείο αναγνώρισης ατόμων-απογόνων του συγκεκριμένου προσώπου, οι οποίοι το φέρουν πια μόνο για λόγους ιστορίας και παράδοσης.
[…] Με την έννοια αυτή στα επώνυμα αντανακλάται η πολλαπλή ετερότητα που χαρακτηρίζει μια κοινωνία ανθρώπων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη τους χρήσιμη και ενδιαφέρουσα. Επώνυμα για παράδειγμα που εξαίρουν την σωματική δύναμη και το ψυχικό σθένος των ανθρώπων ανταποκρίνονται σε ηρωικές εποχές. Κάποια άλλα που δηλώνουν αξιώματα αντανακλούν την ταξική διαφοροποίηση και την κοινωνική διαστρωμάτωση μιας κοινωνίας. Άλλα τέλος που σατιρίζουν σωματικά ή ψυχικά ελαττώματα των ανθρώπων καταδεικνύουν την εύθυμη διάθεση ενός λαού και το ειρωνικό πνεύμα.
Κατηγορίες επωνύμων
Όσον αφορά στη θεματική τους κατηγοριοποίηση τα επώνυμα διακρίνονται συνήθως σε πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά, εθνικά ή πατριδωνυμικά, επαγγελματικά και παρωνύμια (παρατσούκλια).
 Στο δείγμα των Κοζανίτικων επωνύμων, απαντούν εκτός από των Ελληνικής προέλευσης και επώνυμα που έλκουν την καταγωγή τους από κάποια λέξη προερχόμενη από μια από τις γειτονικές βαλκανικές γλώσσες ή από κάποια μακρινότερη δυτικοευρωπαϊκή ή φέρουν παραγωγική κατάληξη ή πρώτο συνθετικό από μία από αυτές τις γλώσσες.
Τουρκικά
Πιο συγκεκριμένα από τα 2.159 επώνυμα τα 385 (ποσοστό 17,83%) έχουν κάποιο στοιχείο που μαρτυρεί σχέση με την Τουρκική γλώσσα.
(Πχ. Γκάγκαλιας (Το Τουρκικό «gaga»= ράμφος+ την Τουρκική κατάληξη -li))
(Λαφαζάνης (Το Τούρκικο Lafazan= φλύαρος,ψωροπερήφανος)
(Σακαλής (Το Τούρκικο Sakalli= γενειοφόρος))
(Ντεληγιάννης (Το Τούρκικο «deli»= τρελός+ Γιάννης)) κλπ
Τα 113 επώνυμα (ποσοστό 29,09%) δηλώνουν κάποιο επάγγελμα που το όνομά του έχει είτε Τούρκικη προέλευση είτε Τούρκικη κατάληξη ή πρόθεμα.
(πχ. Κιρατζής (Το Τούρκικο «Kiraci»= Ενοικιαστής) ή Τουφεκτσής (απο το Τούρκικο Tufekci=οπλοπώλης κλπ))
Τα 20 επώνυμα (ποσοστό 5,19%) δηλώνουν καταγωγή ή είναι εθνικά.
(πχ Δράμαλης (Η πόλη Δράμα + την τούρκικη κατάληξη -li))
(Ρώμπαπας (Το Τούρκικο rum= Ρωμιός+ παππάς «Ελληνοπαππάς»))
Τέλος τα 7 επώνυμα (1,82%), δηλώνουν αξίωμα.
(πχ. Μουχτάς (Το Τούρκικο muhtar=Προεστός,Δημογέροντας))
(Βέιος (Το Τούρκικο bey= Κύριος))
Οι Τουρκικές παραγωγικές καταλήξεις που εμφανίζονται συχνότερα είναι οι: -ci που δηλώνει κυρίως επάγγελμα, -li, που δηλώνει κυρίως τόπο καταγωγής και -oglu, που αντιστοιχεί στην Ελληνική κατάληξη -όπουλος και -ίδης. Το πιο συχνό πρόθεμα είναι το kara- που σημαίνει κυρίως «μαύρος».
Σλαβικά
128 επώνυμα (ποσοστό 5,84%) δηλώνουν σχέση με κάποια Σλαβική διάλεκτο (κυρίως Βουλγαρική και τις διαλέκτους της ή την γλώσσα της FYROM). Τα περισσότερα επώνυμα σε αυτή τη κατηγορία είναι τα παρωνύμια (παρατσούκλια).(83 επώνυμα,ποσοστό 67,48%).
(πχ. Λιούτας απο το σλαβικό ljut=καυτερός,άγριος)
(Ζάικος απο το Σλαβικό Zaek= λαγός)
Τα 22 επώνυμα είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά (ποσοστό 17,89%)
(πχ. Λέντζης (Lence,Σλαβικό υποκοριστικό του Ελένη))
(Νίτζιος (Απο το Σλαβικό Nico,υποκοριστικό του Νικόλαος)
Τα 12 επώνυμα δηλώνουν επάγγελμα (ποσοστό 9,76%)
(πχ. Βαγινάς (Βαγένι(Σλαβικά vagan)=βαρέλι για κρασί))
(Κούιας (Σλαβικό kuja= πεταλωτής)
Τα 9 (7,14%) δηλώνουν καταγωγή ή εθνικότητα
(πχ. Ζαγορίτης απο το τωπονύμιο «Ζαγόρι» (Σλαβικά Zad=πίσω+ gora=βουνό+την κατάληξη -ίτης))
(Καζάκης (Απο το Τουρκικό ή Σλάβικο kazak=Κοζάκος)
Τέλος τα 2 (1,63%) δηλώνουν αξίωμα
(Κράιας και Κράλιας (απο το Σλαβικό kral= βασιλιάς)
Αλβανικά
Τα επώνυμα που φέρεται να έχουν σχέση με την Αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα του Ελλαδικού χώρου είναι 117 (ποσοστό 5,28%)
Πάνω από τα μισά είναι παρωνύμια (65,ποσοστό 57,02%).
(πχ Γκιάτας (απο το Αλβανικό gjate=ψηλός/μακρύς))
(Χατζημπύρος (Το Τούρκικο haci= προσκυνητής+ το Αλβανικό bir=γιός/τέκνο)
Τα 23 (20,18%) δηλώνουν καταγωγή ή εθνικότητα
(πχ Γκέκας (Απο το Αλβανικό gege-a=κάτοικος της Γκεγκουριάς))
(Λιάπης (Απο το Αλβανικό liap,μιά απο τις 4 αλβανικές «φυλές»,μουσουλμάνος της Λιαπουριάς «Laberia» στη Νότια Αλβανία)

Τα 22 (19,3%) είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά 
(πχ. Γκίνος (Το Αλβανικό Gjin= Γιάννης))
(Λέκκας (Το Αλβανικό Leke-a= Αλέξανδρος))
Τα 7 επώνυμα (6,14%), δηλώνουν επάγγελμα 
(Ντέρος (απο το Αλβανικό dere=πόρτα-πορτατζής-)
(Στούπης (Απο το Αλβανικό shtupe-a= το στουπί/το πώμα)
Κανένα από τα επώνυμα που σχετίζονται με την Αλβανική γλώσσα δεν δηλώνει αξίωμα.
Η μόνη παραγωγική κατάληξη Αλβανικής καταγωγής είναι το υποκοριστικό -ush που στα κοζανίτικα επίθετα γίνεται -ούσης.
Δυτικοευρωπαϊκές – Νεολατινικές γλώσσες
46 επώνυμα (ποσοστό 2,18%) έχουν σχέση με δυτικοευρωπαϊκή ή νεολατινική γλώσσα. Τα 36 δέχονται Ιταλικές επιδράσεις, ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονται σε άλλες γλώσσες με πρώτη την Βενετική (8) Το μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι παρωνύμια 
(πχ Καραματσούκας (Το Τούρκικο kara= μαύρος+ Ελληνικό ματσούκα (το οποίο έρχεται από το βενέτικο mazzoca, που με την σειρά του έρχεται από το λατινικό maxuca)
Τα 12 επώνυμα (25,53%) δηλώνουν επάγγελμα 
(πχ. Σολδάτος (Απο το Ιταλικο soldato=Στρατιώτης/μαχητής))
(Μπερέτος (Απο το Ιταλικό beretto=σκούφος)
Τα 10 είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά 
(πχ. Μαντώνας (Απο το Ιταλικό madonna=Δέσποινα/κυρά)
Τα 2 δηλώνουν καταγωγή (Αγγλογάλλος και φρατζέζος) και 1 δηλώνει αξίωμα (Κόντης από το Ιταλικό conte)
Συμπεράσματα του ερευνητή: (Γλωσσικές παρατηρήσεις)
Αυτό που εντυπωσιάζει στα Κοζανίτικα επώνυμα είναι καταρχήν η συνύπαρξη γλωσσικών στοιχείων από τόσες πολλές γλώσσες (Ελληνική,Τουρκική,Βουλγαρική/Σλαβική ή άλλη Λατινογενής γλώσσα), σε έναν τόσο περιορισμένο γεωγραφικά χώρο, όπως είναι μια ολιγάριθμη πληθυσμιακά πολίχνη του 19ου αιώνα. Η εξήγηση δίνεται βέβαια από την ίδια την γεωγραφία και την ιστορία. Η περιοχή αυτή γλωσσικά βρίσκεται στα όρια των συμπαγών νεοελληνικών ιδιωμάτων και αυτού που στη γλωσσολογία ονομάζεται «Γλωσσική Μεταβατική Περιοχή». Πρόκειται για μια περιοχή που φτάνει μέχρι τα Σκόπια ένθεν κι ένθεν της οποίας έχουμε αμιγείς γλωσσικές περιοχές: Ελληνόφωνη και Σλαβόφωνη, ενώ στο εσωτερικό της, σε γειτονιά και διάσπαρτες συναντούμε ετερόκλητες γλωσσικές ομάδες: Ελληνόφωνες, Σλαβόφωνες, Βλαχόφωνες και Αλβανόφωνες, με επικρατέστερες στο Νότο τις Ελληνόφωνες και στο βορρά τις Σλαβόφωνες. Απ’ την άλλη μεριά είναι γνωστή η για πάνω από 500 χρόνια συνύπαρξη των πληθυσμών αυτών με τους Τούρκους κατακτητές. Η γλωσσική αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται στα επώνυμα της Κοζάνης αφού 672 από τα 2.159 επώνυμα (ποσοστό 31,13%) έχουν λεξιλογικού κυρίως ή και κάποιου άλλου τύπου γλωσσικές επιδράσεις από κάποια από τις παραπάνω γλώσσες.
Η ανάμιξη των καταλήξεων από τις ετερόκλητες αυτές γλώσσες έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν διαφορετικά επώνυμα, τα οποία όμως σημασιολογικά συμπίπτουν απόλυτα. (πχ δίπλα στο Ελληνικό «Παπαδόπουλος» συναντούμε το Τουρκικό «Παπάζογλου» (Τουρκικό papaz=παπάς+κατάληξη -oglou) 
Οι ξένες επιδράσεις και ο λεξιλογικός δανεισμός είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει κάθε γλώσσα καταρρίπτοντας τον ιδεολογικώς φορτισμένο μύθο της γλωσσικής καθαρότητας. Είναι απόλυτα φυσικό οι λαοί οι οποίοι για λόγους ιστορικούς βρέθηκαν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο να έχουν ανταλλάξει πολιτιστικά και άρα γλωσσικά στοιχεία.
*(Κωνσταντίνος Ντίνας- Όψεις της Ετερότητας, εκδόσεις Gutenberg,2005)
ethelontiki-kastoria.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Τα Κοζανίτικα επώνυμα "

ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΚΗΝΑΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤA


Οι αρχαίοι πίστευαν στην δύναμη και την ορθότητα του ονόματος (βλ. Πλάτωνος Κρατύλου, Περί Ορθότητος των Ονομάτων) γι΄ αυτό και πρέπει να προσέχουμε τι όνομα δίνουμε στο παιδι μας----

1) Ονόματα ολόιδια με τα σημερινά και τα αρχαιοελληνικά.
Άγγελος
Αχιλλεύς
Aιγεύς,
Aιγύπτιος,
Αλέξανδρος,
Αλκαίος,
Άνυτος,
ΑρχέλαFος,
Άτταλος,
Aύλων,
Δευκαλίων,
Έκτωρ,
Ευμένης,
Ήρα,
Θηβαία,
Θηβαΐς,
Θησεύς,
Kόδρος,
Kύπριος,
Kύψελος,
Mάριος,
Mήνα,
Mυρτώ,
Ξάνθος,
Ξούθος,
Παρνασός,
Πλάτων,
Πρωτεύς,
Πυθεύς,
Σίμος,
Σίμων,
Φαιστός,
Φοινίκια,
Ψελλός,
Αμφιάλη,
Αλφειός,
Σφακτηρία,
Πραξιτέλης.
2) Ονόματα περίπου ίδια με τα Αρχαιοελληνικά και τα σημερινά Αρχικό όνομα - παράγει Αγάθων -> Αγάθων Αγάθος -> Αγάθων Αδράστιος -> Άδραστος Αλεξεύς -> Αλέξιος Αντάος -> Ανταίος Αρτέμιτος -> Αρτέμης Αταλάνσιος -> Αταλάντη Zακύνσιοι -> Zακύνθιοι Zεφυράων -> Zέφυρος Kάντανος -> KάνδανοςKορίνσιοι -> Kορίνθιοι Λεύκτρον -> Λεύκτρα Παμβούτας -> Πανταβούτας Ποσειδάϊον -> Ποσειδών Φιλημένος -> Αγαπητός,Ωγυγος   Ωγυγία
3) Ονόματα άγνωστα, που δύσκολα μπορούν να συγκριθούν με τα αρχαιοελληνικά, αλλά ΕINAI ΕΛΛHNIKA .Ακύδριος, Αλύσκεια, Αλφαιεύς, ΑμάθοFος, Αμφιδώρα -> Θεοδώρα, Kυνεύς - Kύνιος (Σκύλος), Kυκήτωρ, Kυκλεύς, Kύλλανος, Kρηθεύς, Kοπρεύς, Λάνις, Λαύτας, Mαλάνιος, Πέλλος, Περιμήδης (= σύντροφος του Οδυσσέως), Kόας (Kόης = Επίθετο γνωστού μου Ελληνοαμερικάνου) Kύκαλα, Tόρπεζα -> Tράπεζα, ΔιFονύσοιο -> Διόνυσος, Ασπασίοιο -> Ασπασία.
4) Ονόματα που πλησιάζουν ή εξηγούν λέξεις της Αρχαιοελληνικής.
Αγαλλεύς -> Αγάλλομαι Αγεύς -> Αλκεύς -> Αιγεύς Αγησία και Αγήταρ -> Αγησίλαος Αγρόταρ -> Αγρότηςαίγες -> τα κύματα (Aιγαίον το κυματώδες)Aίγλα -> Aίγλη Αμαρύνθα -> ΑμάρυνθοςΑμνία -> Αμνός -> νεαρό πρόβατο Αμφιχαράδροιο (σε δύο χαράδρες)Άνθεμος -> Άνθος Ανίατος  Άνυχος = ο μην έχων όνυχαςγέστρα = στολήγλαυρόν = σεμνόνγρίνος = δέρμαελλόν = χαρωπόνκαυνός = κακόςκέρκος = ουράκίκελος = τροχός Φαλαρός -> Φάλιος -> Φαλακρός (= λευκομέτωπος) Φιλοπάτρα -> Kλεοπάτρα Φιλοτέκτων -> Αρχιτέκτων
5) Ονόματα που αποτελουν τη ρίζα των λατινικών κλπ. ονομάτων
Λαβαγέσιος -> ΛάFαγέτας = Λαού ηγέτης -> παράγει το ΛαφαγιέτΛεFόντειο -> Λεβάντε;Ίασον, Ίασος, Ιάσων -> ( Ιατρός) Ιήσων -> ΙησούςΑλάσιος - Marisa Alasio ( Ιταλίδα ηθοποιός προ 40 ετών)Mακέλλας -> Macellaria = Xασάπικο στα ιταλικά αλλά και το λατινικό όνομα Macellus και η νεοελληνική υιοθετημένη φράση “έγινε μακελειό”.Πόντιος -> Pontius Pilatus. Ποντικός = αυτός που διασχίζει τον Πόντο ή γεφυροποιός. (Σημ: Ο Πόντιος στην καταγωγή στα αρχαία λεγόταν Ποντικός.)
6) Ονόματα
Αγησία, Αλκεύς, Δαίαλος,Δάνις, Δεύκιος, Ελάτρα,Ερίθα, Θαλεύς, Ίας,Ίδα, Ιθαία, Ινάς,Ιφιμέδεια, Kάρτεια, Kράνιος,Λάνις, Mάνω, Mυρτιλίς,Mυρτίς, Πανδίας, Πριαμεία,Πτολίων, Πύρις, Ρέαμος,Tερμίλη, Tερπία, Xαρίσιος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΑΡΧΑΙΑ ΜΥΚΗΝΑΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤA"

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΘΛΗΜΑΤΩΝ


Στην αρχαία Ελλάδα η καταγωγή πολλών σύγχρονων αθλημάτων--------


Νέος την στιγμή που ελέγχει την ισορροπία μπάλας.
Για να μην την πιάσει με τα χέρια του
τα έχει πίσω από την πλάτη του...
Πρόκειται για μαρμάρινη επιτύμβια λουτροφόρο λήκυθο
του 4ου αι. π.Χ.,
η οποία βρέθηκε στον Πειραιά το 1836.
Το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ, το πόλο, το χάντμπολ και τα υπόλοιπα ομαδικά αθλήματα κεντρίζουν το ενδιαφέρον δισεκατομμυρίων ατόμων ανά τον πλανήτη, εδώ και αρκετές δεκαετίες. --Ωστόσο, δεν αποτελούν σύγχρονη "εφεύρεση", αφού και κατά την Αρχαιότητα τα ομαδικά αθλήματα ήταν διαδεδομένα και συγκέντρωναν τα βλέμματα όλων όσοι ασχολούνταν με τον αθλητισμό.

Παρά το γεγονός δε ότι τις μεγάλες τιμές τις απολάμβαναν οι νικητές των ατομικών αθλημάτων και κυρίως αυτοί του στίβου, της πυγμαχίας και της πάλης, εντούτοις από παλιά υπήρχαν αθλοπαιδιές, που αν τις αναλύσουμε σήμερα, βλέπουμε ότι αποτελούν προδρόμους πολλών ομαδικών αθλημάτων.

Φυσικά, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι στα αγωνιστικά προγράμματα των πανελληνίων ιερών αγώνων δεν συμπεριλαμβάνονταν τα ομαδικά αθλήματα. Οι Αρχαίοι Έλληνες επιδίδονταν σε αθλοπαιδιές κυρίως για την ψυχαγωγία τους και μαζί με διάφορες ασκήσεις ήταν μέσα βελτίωσης των σωματικών τους ικανοτήτων και της ανάπτυξης αρετών, όπως του θάρρους, της καρτερίας και της ετοιμότητας.

Ανάπτυξη της παραστάσεως του παιχνιδιού «κέλευσον».
Ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο ζεύγος έφιππων παικτών
υπάρχει η προτροπή «κέλευσον»
Τότε, οι σφαιρίσεις, δηλαδή τα παιχνίδια που παίζονταν με την μπάλα και ενσάρκωναν τις αθλοπαιδιές, τύγχαναν ιδιαίτερης αγάπης και προτίμησης των ανθρώπων, καθώς στο χώρο των γυμνασίων υπήρχαν τα σφαιριστήρια που ήταν χώροι όπου οι αθλητές επιδίδονταν στη σφαιριστική. Μεγάλη απήχηση υπήρχε στη Σπάρτη, καθώς οι Σπαρτιάτες ήταν οι πρώτοι που την εφάρμοσαν, καθώς ταίριαζε απόλυτα με τον τρόπο ζωής, την σκληρότητα και της αυστηρής διαπαιδαγώγησής τους στο βασικό στάδιο της φυσικής τους αγωγής. Οι έφηβοι της Σπάρτης, μάλιστα, εισερχόμενοι στην ανδρική ηλικία (19-20 ετών) λέγονταν και σφαιρείς. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε τις πολλές αναφορές του Πλάτωνα στις σφαιρίσεις, ενώ ιδιαίτερα αγαπητό αγώνισμα ήταν και για τους Μακεδόνες βασιλείς και το Μ. Αλέξανδρο. Σε σύγγραμμά του, ο ιατρογυμναστής Γαληνός αναδεικνύει την ανωτερότητα των σφαιρίσεων έναντι των υπολοίπων ομαδικών αθλημάτων.

Ανάγλυφη βάση από επιτύμβιο μνημείο
που χρονολογείται στο 510 π.Χ.
Ανακαλύφθηκε στο Θεμιστόκλειο τείχος
του Κεραμεικού το 1922
Η αγάπη για τη σφαιριστική αποκτά μια διαχρονικότητα στην αρχαιότητα. Η σφαίρα αρχικά κατασκευάζονταν από διάφορα νήματα και αργότερα από ραμμένες δερμάτινες ταινίες, που γεμίζονταν από τρίχες ή πούπουλα. Ήταν μαλακή και ελαστική. Οι παιδικές σφαίρες βάφονταν με διάφορα χρώματα. Τότε, τα πλέον γνωστά σφαιριστικά παιχνίδια ήταν η φαινίνδα ή αρπαστόν, όπου οι παίκτες προσποιούνταν ότι θα ρίξουν σε κάποιον την σφαίρα, ενώ την έριχναν σε άλλους (κατά κάποιο τρόπο μοιάζει στο χάντμπολ). Ο επίσκυρος ή επίκοινος παίζονταν από νέους 17-18 ετών και αποτελεί τον πρόδρομο του ράγκμπι. Το κερρητίζειν (κέρας ήταν το μπαστούνι) παίζονταν με την χρήση ενός μπαστουνιού και αποτελεί τον πρόδρομο του χόκεϊ επί χόρτου. Επίσης, ήταν η ουρανία, όπου οι παίκτες πετούσαν την μπάλα ψηλά και την κέρδιζε όποιος πηδούσε ψηλότερα και την έπιανε (υπάρχει μικρή ομοιότητα με το μπάσκετ στο τζάμπολ ή και την διεκδίκηση της μπάλας στην ρακέτα). Δεν θα πρέπει ακόμη να προσπεράσουμε και το γεγονός ότι υπήρχε και η απόρραξις, στην οποία οι παίκτες χτυπούσαν την μπάλα στο έδαφος με το χέρι και μετρούσαν τον αριθμό των αναπηδήσεων.

Στην Αρχαία Ελλάδα, η ποικιλία των αθλητικών δραστηριοτήτων ήταν ενδιαφέρουσα. Υπήρχαν ομαδικά αθλήματα χωρίς έπαθλα, όπως οι σφαιρίσεις, με στόχο τη διασκέδαση και τη σωματική βελτίωση. Όμως, τα περισσότερα αποτέλεσαν και αποτελούν πρόδρομο πολλών ομαδικών αθλημάτων, που υπάρχουν σήμερα, και γίνονταν πόλος έλξης εκατομμυρίων αθλητών. Στην Αρχαία Ελλάδα, εκτός από παιδιά, στις αθλοπαιδιές μετείχαν ενήλικες και γυναίκες. Υπήρχε μεγάλος αριθμός τέτοιων παιχνιδιών, χωρίς δυστυχώς να έχουμε επαρκή γνώση των κανονισμών. Όμως, αναλύοντας τις σφαιρίσεις, εύκολα διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες, με πολλά ομαδικά αθλήματα. Κι αυτό υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τη σπουδαιότητά τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΘΛΗΜΑΤΩΝ"
Related Posts with Thumbnails