Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ - ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ - ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΜΑΘΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Με τον όρο διαφωτισμός εννοείται η πνευματική κίνηση που σημειώθηκε στη Δυτική Ευρώπη από τα τέλη του 17ου, και σε όλο τον 18ο αιώνα με κύριους στόχους τη λύτρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, την αυθεντία του κράτους και της εκκλησίας και την επικράτηση του ορθού λόγου, της πνευματικής ελευθερίας, της ανεξιθρησκίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς όμως και να λειτουργήσει ως φιλοσοφικό κίνημα. Οι ιδέες του διαφωτισμού, δηλαδή του ορθολογικού ανθρώπου που θέτει ως σκοπούς τη γνώση την ελευθερία και την ευτυχία, διαχύθηκαν στον ελλαδικό χώρο, όταν διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες στις αρχές του 18ου. Ως χρονικά όρια αυτού του ρεύματος προσδιορίζονται μεταξύ του 1700 και 1821, δηλαδή από εποχής Βολταίρου καλούμενη "προδρομική περίοδος", με την ανάθεση της εξουσίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών σε Έλληνες ηγεμόνες, και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, που αρχίζει η λεγόμενη "περίοδος ανακαίνισης" όπου και η μεγαλύτερη ακμή του, θα οδηγήσει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βασικά στηρίγματα αυτού του ρεύματος ήταν αφενός η οικονομική ανάπτυξη που εμφάνισαν κάποιες περιοχές και αφετέρου η ανακάλυψη της τυπογραφίας και η διάδοση του γραπτού λόγου. Η σημασία του νεοελληνικού διαφωτισμού υπήρξε ο βασικότερος παράγοντας στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των νεοελλήνων.

Κύριοι φορείς του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οι Έλληνες που ζουν στην δύση. Αυτοί παρακολουθούν από κοντά όλες τις αλλαγές που γίνονται στην σκέψη, παρακολουθούν τις ανακαλύψεις πάνω στις νέες τεχνικές, ανακαλύπτουν τις ιδεολογικές αρχές πάνω στις οποίες πραγματοποιείται η γαλλική επανάσταση. Αυτό το κοινωνικό και πολιτικό γεγονός δανείζει τις αρχές στον νεοελληνικό διαφωτισμό.

Εκείνη την εποχή η Ευρώπη ανακαλύπτει τον φιλελευθερισμό και την ανάγκη της αυτοδιάθεσης των λαών. Οι Έλληνες της Δύσης αντιλαμβάνονται πως μόνο με την πνευματική αναγέννηση των υποδούλων θα μπορέσει να ωριμάσει η ιδέα της επανάστασης. Μέσα σε αυτά τα δεδομένα πολλοί μορφωμένοι Έλληνες συμμετείχαν στην διάδοση των ιδεών του διαφωτισμού, που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του υπόδουλου γένους.

Η αγγλική βιομηχανική επανάσταση διαδόθηκε στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, οδηγώντας την αστική τάξη σε ανοδική πορεία. Ωστόσο, στην κεντρική, τη νότια και την ανατολική Ευρώπη εξουσίαζε στη συγκεκριμένη περίοδο η αριστοκρατία. Οι λαϊκές τάξεις, αγροτικές ως επί το πλείστον, υπέφεραν εξαιτίας της οικονομικής αστάθειας και της επακόλουθης αύξησης των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν η διαφοροποίηση της βορειοδυτικής Ευρώπης, που άρχισε να εκσυγχρονίζεται και της υπόλοιπης ηπείρου που έμεινε στο περιθώριο. Η αγγλική αστική επανάσταση του 17ου αι., η Γαλλική του 18ου και ο πόλεμος ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. στράφηκαν ένάντια σε ένα παρηκμασμένο πλέον φεουδαρχικό σύστημα, που αποτελούσε εμπόδιο στην αστική ανάπτυξη.

Η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε ριζικά την παραγωγική ικανότητα σε πολλά πεδία και τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλάζοντας ριζικά τη μορφή των παραδοσιακών κοινωνιών και των οικονομιών του ευρωπαϊκού κόσμου. Κατόπιν η Γαλλική Επανάσταση προσέφερε το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής άποψης και έγινε η έμπνευση για έναν οικουμενικό, σχεδόν, ξεσηκωμό, με στόχο τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό.Ο όρος οικουμενικός δικαιολογείται, αν ανατρέξει κανείς σε παγκόσμιους ιστορικούς χάρτες και δει πόσα απελευθερωτικά κινήματα διαδραματίστηκαν ανάμεσα στο 1811 και το 1840, παράλληλα με την παγκόσμια βρετανική οικονομική διείσδυση –διείσδυση που άντλησε τη δύναμή της από τη βιομηχανική επανάσταση.

Ως ιδεολογία του διαφωτισμού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ιδέες και οι αξίες που διαμορφώθηκαν από την παιδεία της βορειοδυτικής Ευρώπης κατά τον 18ο αιώνα, πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Η αφετηρία αυτής της νέας ιδεολογίας βρίσκεται στον αρχαιοελληνικό στοχασμό, τον οποίο οι εκπρόσωποί της μελέτησαν σε βάθος, αλλά στηρίχθηκε κυρίως στις σύγχρονες επιστημονικές ανακαλύψεις, με χαρακτηριστικούς εκπρόσωπους τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα. Επιδίωξη των ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν η υπερίσχυση του σύγχρονου πνεύματος εις βάρος των κατεστημένων ιδεών της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του δογματισμού, της άγνοιας και της προκατάληψης. Η ριζική αμφισβήτηση των καθιερωμένων αυθεντιών, ο προβληματισμός γύρω από τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης, η πίστη στην ανθρώπινη δυνατότητα παραγωγής γνώσης, ο ορθός λόγος και ο ελεύθερος στοχασμός είναι τα κύρια στοιχεία που διαμόρφωσαν το ιδεολογικό πλαίσιο του κινήματος του Διαφωτισμού.

Ορισμένοι θεωρούν τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό προϊόν πολιτισμικής διάχυσης και παρακλάδι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ο ίδιος ο όρος προέρχεται από τη μετάφραση των αντίστοιχων όρων της αγγλικής, γερμανικής και ιταλικής γλώσσας3. Άλλοι θεωρούν ότι ο Ν.Δ. έχει τις αφανείς ρίζες του στον 15ο αιώνα και ότι δεν αποτελεί αντιγραφή του ευρωπαϊκού. Οι συγγένειες του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό υπήρξαν οριζόντιες και επιλεκτικές. Κοινές αρχές ήταν αυτές της ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης, με την τελευταία να απορρέει από τον κοινό εθνικό αυτοπροσδιορισμό.

Όπως είναι ίσως φυσικό ο νεοελληνικός διαφωτισμός εκκινήθηκε σε περιοχές στις οποίες ήκμαζε το ελληνικό στοιχείο σε διάφορους τομείς δραστηριότητας. Τα υπάρχοντα μέσα εκπαίδευσης, δηλαδή οι σχολές, οι ακαδημίες και τα ελληνικά τυπογραφεία, βοήθησαν τις διαδικασίες της αφομοίωσης και ενδεχομένως της μετάλλαξης των ιδεών. Στις ίδιες περιοχές υπήρχε οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση η παιδεία. Οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι ήλθαν σε επαφή με το ευρωπαϊκό πνεύμα και μεταφράστηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα στην Ελληνική τα έργα του Λοκ, του Καρτέσιου, του Ρουσό, του Λάιμπνιτς και του Βολταίρου.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπως και ο δυτικοευρωπαϊκός, εναντιώνεται στο πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής του. Ζητά παιδεία για όλους και απαλλαγή του ανθρώπου από την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία. Παρουσιάζει ωστόσο όμως δυο σημαντικές διαφορές. Ως ιδεολογικό ρεύμα απευθύνθηκε σε υπόδουλους και συνεπώς το κύριο αίτημά του υπήρξε η απελευθέρωση του Έθνους. Στην παιδεία αλλά και στους ένοπλους αγώνες εναπόθεσαν οι Έλληνες –ιδιαίτερα ο Κοραής- ένα μεγάλο μέρος των ελπίδων τους για απελευθέρωση4. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κοραής, από τις 53 σελίδες του "Υπομνήματος περί της παρούσης καταστάσεως του πολιτισμού εν Ελλάδι", - ένα από τα σημαντικότερα προεπαναστατικά κείμενα - αφιερώνει τις 12 στην ανάπτυξη του ναυτικού στην Ύδρα, τις 7 στους Σουλιώτες κλπ. Επίσης ο Κ.Θ. Δημαράς συνδέει τον Ν.Δ. με την Επανάσταση.Σημαντική για την ιστοριογραφία θεωρείται η χρονική οριοθέτηση του Ν.Δ. Ο Κοραής τοποθετεί την εμφάνιση του φαινομένου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Σημειώνει ότι δύο ήταν τα αξιοσημείωτα για τους Έλληνες γεγονότα της εποχής: Η άνθιση του ελληνικού εμπορίου που έφερε και άνθιση της παιδείας, και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1769 (Ορλωφικά και συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή). Ο Δημαράς τοποθετεί χρονικά τον Ν.Δ. στην περίοδο 1774-1821. Μάλιστα θεωρεί τον Ν.Δ. και ένα κίνημα ρομαντικό που ίσως προηγήθηκε του γερμανικού ρομαντισμού. Ομοίως ο Ευάγγελος Παπανούτσος χαρακτηρίζει ως "Ελληνικό Διαφωτισμό" την περίοδο 1775-1821. Στη σύγχρονη ιστοριογραφία, ειδικά μετά την περίοδο της δικτατορίας, γίνεται μια χρονική και ιδεολογική επέκταση αυτής της κατηγορίας ώστε να μειώνεται το μείζον - που είναι η "ελληνική παλιγγενεσία" η οποία εμπεριέχει και το διαφωτιστικό φαινόμενο - και να διογκώνεται ο Διαφωτισμός.

Η παραγωγή της ιδεολογίας του ελληνικού διαφωτισμού φαίνεται πως υπήρξε έργο μεμονωμένων προσωπικοτήτων, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη Ευρώπη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Νεοελληνικός Διαφωτισμός"

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

“Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα”


Τα αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα είναι πνευματώδη και διδακτικά. 
Μας χαρίζουν το γέλιο αλλά εκφράζουν και το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα στην πιο χαριτωμένη μορφή του.
 
Διαβάστε μερικά:

Είπε κάποιος στον Αρίστιππο ότι η Λαΐδα δεν τον αγαπά, αλλά προσποιείται ότι τον αγαπά. Ο Αρίστιππος απάντησε: «Ούτε το κρασί ή το ψάρι με αγαπούν, εγώ όμως τα απολαμβάνω».

Ένας άντρας είπε στην ερωτομανή γυναίκα του: «Τι θέλεις να κάνουμε, να φάμε ή να κάνουμε έρωτα». Εκείνη του είπε: «Ό,τι θέλεις, ψωμί πάντως δεν έχουμε».

Είπε κάποιος στον Διογένη: «Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία». Και ο φιλόσοφος απάντησε: «Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».

Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιας κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέγει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

Επαινούσαν μερικοί μπροστά στον Άγη τους Ηλείους, γιατί ήταν πολύ δίκαιοι κριτές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Άγης ρώτησε με απορία: – Και είναι τόσο σπουδαίο το ότι οι Ηλείοι μια φορά στα τέσσερα χρόνια γίνονται δίκαιοι;

Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό. -«Με τόσα χρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο». -«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη απο ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο απάντησε: – Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι απο την αναισθησία των ανθρώπων.
Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε: – Δεν είστε καλά! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ’ άλλα μέρη;

Ένας φαλακρός έβριζε τον Διογένη. Ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε: «Δεν σου ανταποδίδω τις βρισιές, αλλά θα ήθελα να πω ένα “μπράβο” στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

Ρώτησε κάποιος τον Αντισθένη τι είδους γυναίκα θα ήταν κατάλληλη για γάμο. Ο φιλόσοφος του είπε: «Το πράγμα είναι δύσκολο. Αν παντρευτείς ωραία, θα την έχεις με άλλους κοινή, αν άσχημη, θα είναι σαν να σου επέβαλαν ποινή».

Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν»

[Πηγή: “Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα” – Εκδόσεις Σαββάλα, πηγή2]

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "“Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα” "

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης


1770 – 1843

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά»----
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.
Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.
Στις 23 Μαρτίου του 1823 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.
Στη μάχη των Δερβενακίων (26 - 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).
Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/809#ixzz3zE3pE5aT
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Θεόδωρος Κολοκοτρώνης"

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ


 

Ενώ τις μέρες που διανύουμε το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων (ΠΓΔΜ) είναι κυρίαρχο, μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται γνωστό στην ελληνική κοινή γνώμη, ότι στο νότιο τμήμα των Σκοπίων υπάρχει ελληνική μειονότητα.---
 Η μειονότητα αυτή στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν όμως πλειονότητα σε μία εδαφική λωρίδα βόρεια των ελληνικών συνόρων, στην περιοχή που περιλαμβάνει την Αχρίδα, το Μοναστήρι, την Γευγελή και την Στρώμνιτσα και με όρια προς Βορρά το Κρούσοβο και τον Πρίλαπο. Εκεί ακριβώς βρίσκονται και τα όρια της ιστορικής και γεωγραφικής Μακεδονίας, διότι γεωγραφική Μακεδονία, ως όρος ανεξάρτητος και διαφορετικός από την ιστορική, δεν υφίσταται.
Τη διαφοροποίηση των όρων "γεωγραφική" και "ιστορική" Μακεδονία επέβαλαν οι Βούλγαροι εθνικιστές μετά το βουλγαρικό εκκλησιαστικό σχίσμα του 1870 βάζοντας τη Μακεδονία στην κλίνη του Προκρούστη, προεκτείνοντας τα όριά της βόρεια των Σκοπίων για να εξυπηρετήσουν τις επιδιώξεις τους και προετοίμασαν έτσι το έδαφος για την επινόηση από τον Τίτο του "μακεδονικού" έθνους το 1944.
Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα οι χριστιανοί της Πελαγονίας (η περιοχή του Μοναστηρίου - Κρουσόβου που κατ΄ εξοχήν κατοικούνταν από Έλληνες) διακρίνονταν σε δύο γλωσσικές ομάδες: τους σλαβόφωνους, οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοκτηνοτρόφοι και τους βλαχόφωνους που προέρχονταν από την περιοχή της Μοσχόπολης της Βορείου Ηπείρου, απ' όπου είχαν μεταναστεύσει μαζικά κατά τον 18ο αιώνα, εξαιτίας των αλβανικών καταπιέσεων.
Η παιδεία, η εκκλησία και η κουλτούρα στην βόρεια αυτή μακεδονική ζώνη ήταν σε ελληνικά χέρια και η εθνική συνείδηση, όταν υπήρχε, ήταν ελληνική. Στο σύνολό τους οι χριστιανοί κάτοικοι είχαν το βλέμμα στραμμένο προς τον ελληνισμό και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Ειδικότερα, οι βλαχόφωνοι Έλληνες είχαν παρουσιάσει σημαντική οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, ασκώντας τις τέχνες, τις επιστήμες και το εμπόριο και διατηρώντας σημαντικούς εμπορικούς οίκους στην κεντρική Ευρώπη, στην Αλεξάνδρεια κ.α.
Η δημιουργία βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην Πελαγονία, όπως και γενικότερα στον χώρο της Μακεδονίας, άρχισε με ρωσική πρωτοβουλία και οργάνωση, από το 1846 και εντάθηκε μετά το 1870, οπότε η βουλγαρική Εκκλησία (Εξαρχία) αποσπάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διχάστηκε: άλλοι παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και στην ελληνική ιδέα και άλλοι θεώρησαν εαυτούς Βουλγάρους και προσχώρησαν στην Εξαρχία.
Οι βλαχόφωνοι, όμως, παρέμειναν στο σύνολό τους φανατικοί Έλληνες, παρά την ύπαρξη και δράση ισχυρής ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία συνεπικουρούμενη από τον βουλγαρικό εθνικισμό και το οθωμανικό κράτος, προσπαθούσε να προσεταιρισθεί τους Βλάχους της περιοχής. Την προσήλωση των Βλάχων της Πελαγονίας στον ελληνισμό επισημαίνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Bitoski, ο οποίος αναφέρει ότι: "Αυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου ήταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα σε ελληνικά χέρια...".
Παρόμοια είναι και η μαρτυρία του Γάλλου δημοσιογράφου Michel Paillares, ο οποίος περιηγήθηκε την Μακεδονία το 1904 : "Στο Μοναστήρι, όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους.
Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μια μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους...".
Την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα ισχυρή παρουσία είχε ο βλαχόφωνος ελληνισμός, εκτός από το Μοναστήρι, στις πόλεις Σκόπια, Βελεσσά, Αχρίδα, στο Κρούσοβο και στα χωριά του βουνού Περιστέρι, Μεγάροβο, Τύρνοβο, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μηλόβιστα κ.ά.
Οι σλαβόφωνοι κάτοικοι που παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και διατήρησαν ελληνική εθνική συνείδηση βρίσκονταν κατά μήκος των ελληνικών συνόρων στις περιοχές Μοναστηρίου, Γευγελής και Στρώμνιτσας. Εναντίον αυτών στράφηκε κυρίως η βουλγαρική προπαγάνδα και στρατιωτική δράση κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1908). Οι Βούλγαροι, με επιμονή, παρά το αντίθετο λαϊκό αίσθημα που συναντούσαν στις εστίες του ελληνισμού, χάρη στην συμπαράσταση των Ρώσων, αλλά και των άλλων δυνάμεων όπως και του Πάπα, και κυρίως με τα άφθονα χρήματα της Σόφιας για δημιουργία σχολείων και εξαγορά συνειδήσεων, κατόρθωσαν να περιορίσουν το ελληνικό στοιχείο εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι στα Σκόπια, μετά την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (187, συγκεντρώθηκαν σε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των Μεγάλων Δυνάμεων 10.000 ελληνικές υπογραφές. Η ελληνική κοινότητα εκεί, διατηρούσε δύο εκκλησίες, ημιγυμνάσιο, παρθεναγωγείο, και δημοτικό σχολείο με περισσότερους από 850 μαθητές. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης των Σκοπίων περιορίστηκαν σε 2.000-3.000.

Πιο χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η υποχώρηση του ελληνικού στοιχείου στην ιστορική πόλη της Αχρίδας. Η Αχρίδα είναι κτισμένη στην θέση της αρχαίας πόλης Λύχνου, στο βορειοανατολικό άκρο της ομώνυμης λίμνης. Ακόμα και ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους, ομολογεί ότι "η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία", ενώ ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει "ακρόπολη του ελληνισμού".
 Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα ήταν μεγάλο εμπορικό κέντρο με τουλάχιστον 8.000 χριστιανούς βλαχόφωνους όλοι με ελληνική εθνική συνείδηση και παιδεία.Από την Αχρίδα καταγόταν ο Αναστάσιος Πηχεών, βασικός πρωταγωνιστής των επαναστατικών κινημάτων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας κατά τον 19ο αιώνα και ο Μαργαρίτης Δήμιτσας, κορυφαίος ιστορικογεωγράφος της αρχαίας Μακεδονίας, ο οποίος με τις έρευνές του κατέδειξε την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού στη Μακεδονία. Ενδεικτικές της ακμής του ελληνισμού της Αχρίδας στα μέσα του 19ου αιώνα, είναι και η μαρτυρία του Ρώσου καθηγητή Victor Grigorovic ο οποίος γράφει ότι το 1845 στην Αχρίδα κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, η βουλγαρική ομιλείτο μόνο σε στενό οικογενειακό κύκλο, ενώ δεν υπήρχε ούτε ένας που να μπορούσε να διαβάσει σλαβική γραφή.
Ο ελληνισμός μπορεί να μειώθηκε μέχρις εξαφανίσεως στην περιοχή της Αχρίδας και των Σκοπίων, παρέμεινε όμως ισχυρός καθ' όλη την διάρκεια του 20ού αιώνα στην περιοχή της Πελαγονίας με βασικά προπύργια το Μοναστήρι και το Κρούσοβο. Στο Μοναστήρι από το 1870 μέχρι το 1912 οργίαζαν ποικίλες εθνικές προπαγάνδες. Όμως, οι βλαχόφωνοι Έλληνες του Μοναστηρίου παρουσίασαν πρωτοφανή οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, η οποία τους επέτρεψε να χρηματοδοτήσουν εκκλησίες, σχολεία και συλλόγους, με τα οποία μπόρεσαν να αντέξουν στις ξένες πιέσεις. Χαρακτηριστικό του εθνικού αυτοπροσδιορισμού της ίδιας κοινότητας είναι το υπόμνημα που απηύθυναν προς τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1903, το οποίο κατέληγε: "...λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί, αλλ' ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν' αμφισβητεί προς ημάς τούτο".
Στο Κρούσοβο τώρα, ορεινή βλαχόφωνη κωμόπολη βόρεια του Μοναστηρίου, ο ελληνισμός είχε ανέκαθεν συντριπτική πλειοψηφία. Οι Κρουσοβίτες ασχολήθηκαν με το εμπόριο και ανέπτυξαν την Παιδεία σε τέτοιο βαθμό ώστε ανέδειξαν πέντε καθηγητές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Σβώλος. Επίσης το ίδιο σπουδαίος αν και λιγότερο γνωστός, είναι και ο Δημήτρης Λάλας ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες μουσικούς, μαθητής, στενός συνεργάτης και φίλος του διάσημου μουσουργού Βάγκνερ. Μάλιστα τον βοήθησε στην τελειοποίηση του έργου του "Der Ring des Nibelungen" που αποτέλεσε τη βάση του γνωστού "Άρχοντα των Δακτυλιδιών".
Μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό τώρα, το 1912, και την υπαγωγή της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, που αργότερα ονομάστηκε Γιουγκοσλαβία, η κατάσταση του ελληνισμού άλλαξε προς το χειρότερο. Οι Σέρβοι έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες και απαγόρευσαν την χρήση της ελληνικής γλώσσας. Μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Πελαγονίας μετανάστευσε στο ελληνικό έδαφος, κυρίως στην Φλώρινα και στην Θεσσαλονίκη, ενώ οι Σέρβοι μετέφεραν Βόσνιους και Κροάτες στην Πελαγονία με στόχο την εθνολογική αλλοίωση της περιοχής. Γενικά το γιουγκοσλαβικό κράτος με ποικίλες πιέσεις προσπάθησε επί σχεδόν τριάντα χρόνια να πείσει τους Βουλγάρους, Αλβανούς και Έλληνες κατοίκους της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ. ότι είναι "Παλαιοί Σέρβοι" (Stari Srbji), οι οποίοι είχαν χάσει την εθνική τους ταυτότητα.
Παράλληλα, κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, οι βουλγαρικές δυνάμεις επιδόθηκαν και πάλι σε προσπάθεια εκβουλγαρισμού του ελληνικού στοιχείου. Χαρακτηριστικές των αλλεπάλληλων σερβικών και βουλγαρικών καταπιέσεων επί των ελληνικών πληθυσμών της Πελαγονίας, υπήρξαν οι διαδοχικές αλλαγές των ελληνικών επωνύμων: ο Παναγιωτίδης, π.χ. μετονομάστηκε από τους Σέρβους το 1913 σε Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1916 σε Παναγιώτωφ, από τους Σέρβους το 1919 πάλι σε Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1941 σε Παναγιώτωφ και τέλος από τους (Σλαβο-) "Μακεδόνες" του Τίτο το 1945 σε Παναγιωτόφσκυ.
Η κατάληξη των ελληνικών επωνύμων σε -σκυ υιοθετήθηκε ως μία ουδέτερη, σλαβικού χαρακτήρα κατάληξη, εφ' όσον η κατάληξη -ωφ θύμιζε Βουλγαρία και η κατάληξη -ιτς Σερβία. Μέχρι και σήμερα τα επώνυμα των ελληνικής καταγωγής κατοίκων της Π.Γ.Δ.Μ. φέρουν την κατάληξη -σκυ, με πρώτο συνθετικό το παλιό ελληνικό επώνυμο.
Και φθάνουμε στο σήμερα: Το επίσημο ελληνικό κράτος, πιστό στην πατροπαράδοτη έλλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής πολιτικής για τις ελληνικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες (Β. Ήπειρος, Κων/πολη, Ίμβρος - Τένεδος), αδιαφόρησε πλήρως και για την προσπάθεια αφελληνισμού της Πελαγονίας από το 1850 μέχρι και σήμερα. Αποτέλεσμα της μακροχρόνιας και συστηματικής προπαγάνδας και καταπίεσης, ήταν η προοδευτική προσχώρηση των σλαβοφώνων Ελλήνων της Πελαγονίας στην "μακεδονική" εθνότητα.
Όμως η πολύχρονη πλύση εγκεφάλου για εμπέδωση της "μακεδονικής εθνότητας" δεν πέρασε στους βλαχόφωνους κατοίκους της Πελαγονίας. Το μεγαλύτερο μέρος των Βλάχων του Μοναστηρίου και του Κρουσόβου μιλούν ακόμη τα ελληνικά και διατηρούν την ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμη και όταν φοβούνται να την εκδηλώσουν ανοιχτά (κυρίως από το 1990 και μετά).
Οι στατιστικές του κράτους των Σκοπίων δεν αναφέρουν ελληνική μειονότητα.
 Είναι πιθανό ότι οι Έλληνες στο γειτονικό κράτος ανέρχονται σε περισσότερους από 100.000, χωρίς να είναι δυνατή ακριβής εκτίμηση. 
Ελάχιστοι απ' όσους έχουν ελληνική καταγωγή τολμούν να εκδηλωθούν ανοιχτά, επειδή υπάρχει ένας απέραντος φόβος καθώς και η βεβαιότητα ότι το ελληνικό κράτος δεν πρόκειται να τους προστατεύσει.
 Όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα, το κενό του ενδιαφέροντος για την μειονότητα της Π.Γ.Δ.Μ. προσπαθούν να καλύψουν ιδιωτικοί φορείς και μεμονωμένα άτομα. Τελείως ενδεικτικά αναφέρω ότι στο Πρίλεπ λειτουργεί φροντιστήριο ελληνικών η Κατερίνα Βίδα, η οποία υφίσταται συνεχείς ελέγχους από το καθεστώς. Στην πόλη των Σκοπίων ελληνικό φροντιστήριο λειτουργούσε η Ένωση Βλάχων με την Νόρα Γέρου. Δυστυχώς οι αρχές το έκλεισαν καθαιρώντας την διοίκηση του συλλόγου και τοποθετώντας δοτή και ελεγχόμενη από αυτούς ηγεσία. Στην Ρέσνα, ο Νικόλας Κωνσταντινίδης αγωνίζεται για την δημιουργία ενός ιδρύματος ελληνικού πολιτισμού με επίσης τρομερές διώξεις από το καθεστώς. Στην αμιγέστερη ελληνική πόλη, το Κρούσοβο (ελληνο-βλάχικη κατά 90%) λειτουργεί φροντιστήριο ελληνικής γλώσσας, με τον Άλκη Στράλλα, που πηγαίνει από το Μοναστήρι.
Συμπερασματικά, στο Μοναστήρι και στα άλλα βλαχόφωνα κέντρα της Πελαγονίας ο ελληνισμός εξακολουθεί να υπάρχει, επιδεικνύοντας πρωτοφανή ανθεκτικότητα, σε πείσμα της νεοελληνικής άγνοιας και αδιαφορίας. Η πλήρης εγκατάλειψή του από το ελληνικό κράτος μετά το 1913 υπήρξε εθνική παράλειψη, που όμοιά της δεν θα βρει κανείς στην ιστορία των γειτονικών λαών Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών και Τούρκων, όσο και αν ψάξει. Αψευδείς μάρτυρες άλλωστε της ιστορικής παρουσίας του ελληνισμού στον χώρο της Πελαγονίας είναι και τα σωζόμενα πάμπολλα αρχιτεκτονικά μνημεία, κοσμικά και εκκλησιαστικά.
 Στην Αχρίδα, το αρχοντικό της οικογένειας Ρόμπη είναι το κόσμημα της πόλης. Στο Κρούσοβο και το Μοναστήρι, σώζονται επίσης αρκετά από τα παλιά ελληνικά αρχοντικά της εποχής της ακμής του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Μεγαλύτερη ιστορική σημασία έχουν τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, υφίστανται συστηματική παραχάραξη. Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί η κατεδάφιση μέρους της Μονής του Οσίου Ναούμ Αχρίδας και η ανέγερση στη θέση της ξενοδοχείου.
Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι Έλληνες ομογενείς σε όλη την ιστορική τους πορεία έχουν σταθεί άξιοι της ελληνικότητάς τους, την οποία δεν εγκατέλειψαν ούτε στην σύγχρονη εποχή της πτώσης των ιδεολογιών και της παγκοσμιοποίησης.
Την απέδειξαν δε, τόσο με την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που επέδειξαν, όσο και με την συμμετοχή τους στους εθνικούς αγώνες.
Η ελληνική μειονότητα των Σκοπίων είναι δυστυχώς η πιο αδικημένη, η πιο λησμονημένη και η πιο αγνοημένη από όλες τις ελληνικές μειονότητες και παροικίες του εξωτερικού. 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ" (4/3/200
Αρθρο του Δημήτρη Τσούτσα*

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ"

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΟΛΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Στα αρχαία Άβδηρα έπαιζαν βιολί!----
Η Θράκη είναι μουσικομάνα.--- Γέννησε πλήθος μουσικών, αλλά και μουσικών οργάνων. Η απαρίθμησή τους και μόνον θα αποτελούσε την ύλη ενός ολόκληρου βιβλίου. Ένα απ’ αυτά τα μουσικά όργανα - που, όμως, λένε πως δεν ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα - είναι και το βιολί - το οποίο τότε δεν το έλεγαν φυσικά έτσι.
Απόδειξη περί τούτου είναι η ύπαρξις ενός αρχαίου πήλινου ειδωλίου (χρονολογείται στα μέσα του 3ου αι. π.Χ.) που ευρέθη στα Άβδηρα, και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλλας (αρ. ευρ. Ε 193). Είναι καμωμένο από ροδοκάστανο πηλό, και σε μερικά σημεία του ήταν ζωγραφισμένο με λευκό και κυανό χρώμα. Το εύρημα ευρέθη σε τάφο, μαζί με άλλα τέσσερα ειδώλια Ερωτιδέων.
 Στο πίσω μέρος του φέρει οπή, κάτι που σημαίνει ότι μάλλον το κρεμούσαν από εκεί, και ο πτερωτός θεός-μουσικός έδειχνε πράγματι πως πετά. Απ’ το (συγκολλημένο) ειδώλιο λείπουν τα πτερά, η κεφαλή, τμήμα του δεξιού χεριού και τμήμα του δεξιού ποδιού, αλλά σώθηκε αυτό που έπρεπε να σωθεί. Εικονίζει έναν Έρωτα, με την μορφή γυμνού παιδιού (σημείο αγνότητος), που φέρει γύρω από την μέση του τυλιγμένο ένα ιμάτιο, που ήταν βαμμένο λευκό, η άκρη του οποίου πέφτει κατά μήκος του αριστερού του ποδιού.
 Ως εδώ τίποτε το περίεργο. Αλλά ο Έρως αυτός κρατά στο αριστερό του χέρι ένα τρίχορδο μουσικό όργανο, που το στηρίζει στον δεξιό ώμο του, ενώ το προτεταμένο δεξί χέρι (που το μισό λείπει), θα κρατούσε πιθανότατα δοξάρι (ή άλλο είδος «πλήκτρου», όπως το έλεγαν τότε).
Τα δάκτυλα του αριστερού χεριού πιέζουν τις χορδές στο τέλος του βραχίονος του μουσικού οργάνου. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμιά αμφιβολία πως πρόκειται για ένα. σύγχρονου τύπου αρχαίο βιολί, ίσως άρπα με δοξάρι, που παίζει αυτός ο Έρωτας, σπάνια, έως σπανιότατη - ίσως και μοναδική - απεικόνιση σε αρχαίο κομμάτι, αν εξαιρέσει κανείς σχετικό το ανάγλυφο του Εθν. Αρχ. Μουσείου Αθηνών, που εικονίζει τον μουσικό διαγωνισμό Απόλλωνος-Μαρσύα, που όμως έγινε με κιθάρα! Το ανάγλυφο του Εθν. Μουσείου είναι λίγο μεταγενέστερο απ’ αυτό των Αβδήρων (ανάγεται στο 330-320 π.Χ.)!.. Αυτό το μουσικό όργανο, λοιπόν, του Έρωτα των Αβδήρων ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των λαγούτων, αλλά δεν είναι πανδουρίδα, αφού αυτή δεν στηριζόταν στον ώμο, αλλά στην κοιλιακή χώρα, όπως η εξέλιξή της, ο ταμπουράς και το μπουζούκι.
 Και αν στηριζόταν στον ώμο, είχε άλλη στήριξη απ’ αυτήν του ειδωλίου των Αβδήρων. Κάτι ανάλογο με τον «βιολιστή των Αβδήρων» έχει βρεθεί και στην περιοχή της αρχαίας Κορίνθου. πειδή το αρχαίο μουσικό όργανο που εικονίζεται στο εύρημα των Αβδήρων είναι τρίχορδο, εξάγουμε το συμπέρασμα πως είναι ένα πρωτόγονο βιολί, αφού το σημερινό βιολί είναι τετράχορδο (σολ, ρε, λα, μι). Επισήμως είναι αποδεκτό ότι το βιολί, ίσως, και να προέρχεται από το αραβικό μουσικό όργανο ρεμπάμπ, που έγινε γνωστό στην Ευρώπη μετά την αραβική εισβολή στην Ισπανία (711 μ.Χ.). Ο πρόγονος του βιολιού, η βιέλλα (> βιόλες, βιολιά), απαντάται σε βυζαντινές περγαμηνές, και παιζόταν από τα τέλη του 10ου-13ο αι. και με δοξάρι. Η σημερινή ονομασία του οργάνου («βιολί») απαντάται για πρώτη φορά στην Γαλλία το 1577.
 Τώρα, λοιπόν, είναι καιρός να αναθεωρηθούν αυτές οι απόψεις και το εύρημα μας αναγκάζει να σκεφτόμαστε πως το πρώιμο «βιολί» - παραλλαγή της πανδουρίδος - ήταν γνωστό στην Θράκη, και οι Θρακιώτες μουσικοί το διέδωσαν στο Αιγαίο και την Μ. Ασία - γι’ αυτό και είναι τόσο διαδεδομένο σ’ αυτά τα μέρη - απ΄ όπου έφθασε έως τους άραβες, οι οποίοι με την σειρά τους, ίσως, το διέδωσαν στην Ισπανία.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Μουσικής μύησις», εκδ. Madmelody (www.madmelody.gr τηλ. 210-81.04.036-7). www.xronos.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΟΛΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ"

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΗΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


      ΗΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 Οι Ρωμαίοι ευθαρσώς έλεγαν ότι:
<<Καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως καθυποτάσσοντας ξένους λαούς αναλαμβάνουμε μιαν ευθύνη για την ευημερία τους.
Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους κατακτητές από τους κοσμοκράτορες.
Μονάχα ο Mέγας Αλέξανδρος είχε την συνείδηση τούτης της ευθύνης.
Ευτυχώς για την δόξα της Ρώμης , πέθανε νέος , γιατί αλλιώς θα ήτανε οι Έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου.>>
Περιδιαβαίνοντας τα κεφάλαια της ιστορίας των Ελλήνων διαπιστώνει κανείς ότι ο Έλληνας είναι εγωιστής το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα.
Αδέσμευτο , αυθαίρετο και ατίθασο , αλλά και αληθινά ελεύθερο , ορθώνεται το «εγώ» των Ελλήνων.
Χάρις σε αυτό σκεφτήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί , όσα οι άλλοι αναγκάζονται σήμερα να σκεφθούν σύμφωνα με την σκέψη τους.
Χάρις σε αυτό βλέπουμε με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς.
Χάρις σε αυτό η σχέση τους με το σύμπαν , με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν μπαγιατεύει , αλλά είναι πάντα νέα , δροσερή και το κάθε τι , χάρις σε αυτό το «εγώ» αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους.
Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα.
Το ίδιο «εγώ» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των ανθρώπων.
Και ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες.
Το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο.
Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του , που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια.
Είναι να απορεί κανείς πως η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών , έχει τόση λίγη πίστη στον νόμο.
Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής τους.
Σπάνια οι Έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι».
Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής , η όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν , τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή τον δόλο.
Α! πόσο την χαίρεται ο Έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους , τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη!
Ο Έλληνας έχει αδύνατη μνήμη , έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο.
Είναι ανυπόμονος και κάθε τόσο , μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις.
Αν θέλει κάποιος να σαγηνεύσει τους Έλληνες αρκεί να τους πει ;
«Σας υπόσχομαι αλλαγή» , «Θα θεσπίσω νέους νόμους»
Αυτό αρκεί.
Με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία τους , το αψίκορο πάθος τους.
Μέσα στους πιο πολλούς Έλληνες , άμα σκάψει κάποιος λίγο , θα βρει ένα ισχνό υπερόπτη Κοριολανό , έναν άσημο εκδικητικό Αλκιβιάδη , ένα εγώ μεγαλύτερο από την πατρίδα.
Όχι βέβαια σε όλους , αλλιώς δεν θα υπήρχε σαν λαός σήμερα .
Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια.
Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος , θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης ακόμα κι όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στα δικαστήρια.
Ο Έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για την δική του προσωπική περίπτωση.
Εάν τύχει και ο νόμος , δίκαιος στην ολότητά του και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του , δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί.
Και εν τούτοις 2.500 χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος Πλάτων , πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων , πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη.
Το διακήρυξε αυτό και ο Αριστοτέλης , διαχωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές.
Δεν δέχεται να θυσιάσει την δική του περίπτωση , το δικό του εγώ σε έναν νόμο σκόπιμο και δίκαιο στην γενικότητά του.
Του αρέσει να δίνει στον ασθενέστερο , στον αβοήθητο.
Είναι κι αυτό ένας τρόπος υπεροχής….
Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους ο Έλληνας.
Δεν χαίρεται τον έπαινο.
Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι αυτόν πάντα βρίσκει καιρό.
Για την κατανόηση , την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από την συμπάθεια δεν θέλει τίποτε να θυσιάσει.
Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ότι αξίζει τον έπαινο.
Όχι πως δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος , αλλά δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο.
Θαυμάζει ότι είναι ο δικός του κόσμος.
Κάθε άλλον τον υποτιμά !
Όταν ένας πολίτης άξιος , δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του , λέει ο Έλληνας: αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιώτερός του , τι πειράζει αν και αυτός δεν αναγνωρίζεται;
Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον Έλληνα την δυνατότητα να είναι δίκαιος.
Μόνον όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοινά σε πολλά άτομα μαζί , βλέπεις την συναδέλφωση και την αλληλεγγύη.
Στον κάθε Έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά.
Γι αυτό οι πολιτικές του φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων, και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός του.
Κινούμενος από την ίδια εγωπάθεια , την ρίζα αυτή του κάθε ελληνικού κακού , ο Έλληνας δεν συγχωρεί στον συμπολίτη του καμία προκοπή.
Όποιον τον ξεπεράσει , ο Έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει.
Μα το πιο σημαντικό , για να καταλάβουμε τον Έλληνα , είναι να σπουδάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του, τον τρόπο που εφηύρε για να γκρεμίζει καλύτερα.
Είναι ένας τρόπος κομψός.
Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου , ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου, που αφήνει του δολοφονημένου την σάρκα σχεδόν ανέπαφη , να περιφέρει την ατίμωση και την γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες.
Γιατί και την συκοφαντία, την έχουνε αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι, και φιλότεχνοι Έλληνες , οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου.
Το να επινοήσεις ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσεις , αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο.
Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει.
Η τέχνη είναι να συκοφαντείς χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη την συκοφαντία, μόνο να την αφήνεις να την συνάγουν οι άλλοι από τα συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την ακούει.
Η τέχνη είναι να βρίσκεις τον διφορούμενο λόγο , που άμα σε ρωτήσουν γιατί τον είπες , να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία.
Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο Έλληνας τον Έλληνα , ο ηγέτης τον ηγέτη , ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο , ο ποιητής τον ποιητή αλλά και ο ανάξιος τον άξιο , ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό.
Θα απορήσει κανείς σε τι κοινωνική περιωπή βάζουν οι Έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας!!
Απλά τους φοβούνται οι πολλοί και οι καλοί , και τους υπολήπτονται οι χρησμοθήρες.
Το ανυπότακτο σε κάθε πειθαρχία , η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος , η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας σπρώχνουν σχεδόν τον Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στους άλλους.
Αδιαφορώντας για όλους και για όλα , παραβλέποντας ότι γίνηκε πριν και ότι γίνεται γύρω του, αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος τον δρόμο το σωστό.
Ταλαιπωρεί από αιώνες την Ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του Έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες.
Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στην βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης , προτιμάει να ριψοκινδυνεύει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις.
Αν προσέξουμε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών ομάδων τους με τους δήθεν συνεργάτες τους θα δούμε ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα.
Ο ηγέτης λέει την γνώμη του , βελτιώνει την διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις , χωρίς ούτε να περιμένει , ούτε να θέλει καμία αντιγνωμία.
Και οι συνεργάτες του το ξέρουν καλά αυτό και πάνε σε αυτές τις συσκέψεις ή για να μάθουν τα νέα της ημέρας ή για να βρουν ευκαιρία να κολακέψουν τον ηγέτη.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις , γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του , ή το χειρότερο γιατί η χρησιμοποίηση και των άλλων στην εκτέλεσή του , θα περιόριζε την κυριότητά του επάνω στο έργο , θα το έκανε περισσότερο τέλειο , αλλά λιγότερο δικό του , και εκείνο που προέχει για τον Έλληνα δεν είναι το πρώτο , αλλά το δεύτερο.
Έτσι σε πρώτη μοίρα έρχεται η τιμή του και σε δεύτερη η αξία του έργου.
Αυτή είναι η αδυναμία του πολιτικού ήθους που παρατηρεί κανείς στους Έλληνες δημόσιους άνδρες.
Η αρετή της μετριοφροσύνης απουσίαζε και απουσιάζει πάντα από την ελληνική πολιτική ζωή.
Αυτή η μοιραία για την τύχη των Ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό :
Όπου βασιλεύει , τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όρια της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να συντελεστούν όλα , πριν το πρόσωπο εκλείψει.
Η πολιτική όμως που θεμελιώνει τα μεγάλα έθνη ΔΕΝ σηκώνει ούτε βιασύνη , ούτε συντομία.
Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων.
ΔΕΝ προσδένεται σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων , σε διαδοχικές γενιές.
Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση , διαρκέστερες υποστάσεις , λαοί , οικογένειες ,πολιτικές μερίδες , η κοινωνικές τάξεις.
Τα εδραία πολιτικά έργα μέσα στην ιστορία είναι υπέρ προσωπικά .
Και δυστυχώς, οι Έλληνες μόνο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο.
Γι αυτό ή δεν φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου , ή όταν φτάσουν φέρνει μέσα του το έργο του το ίδιο το σπέρμα της φθοράς.
Και αυτό είναι δίκαιο.
Γιατί σκοπός των Ελλήνων είναι η πρόσκαιρη λάμψη του πρόσκαιρου ατόμου , όχι η μόνιμη απρόσωπη ευόδωση του ιδίου του έργου.
Έπρεπε εξαιρετικά ευνοϊκές περιστάσεις να συντρέξουν με την μεγαλοφυΐα του Μεγάλου Αλέξανδρου του Μακεδόνα για να αποκτήσουν για λίγα χρόνια οι Έλληνες μια κυρίαρχη πολιτική θέση στην οικουμένη.
Αλλά και εκεί το έργο , στηριγμένο σε ένα πρόσωπο , όχι σε μιαν κοινότητα ανθρώπων , ούτε σε μία πολύχρονη παράδοση , μόλις εξαφανίστηκε ο δημιουργός του , διαλύθηκε μέσα σε χέρια των ιδίων εκείνων ανθρώπων που όταν ο Αλέξανδρος ζούσε , στάθηκαν οι απαραίτητοι συντελεστές του.
Αλλά το έργο, το διαπιστώνει εύκολα κανείς, δεν ήταν δικό τους!
Δεν τους είχε κάνει ο αυταρχικός ηγέτης κοινωνούς στην τιμή του έργου , αλλά θήτες του γιγάντιου εγωισμού του.
Με αυτά και αυτά δεν θέλω να πω ότι λείπει η πολιτική σκέψη από την Ελλάδα.
Απεναντίας πιστεύω πως αφθονεί, περισσότερο μάλιστα απ’ όσο φαντάζεται όποιος βλέπει τα πράγματα από έξω.
Μόνο που δεν μας είναι αισθητή η παρουσία της , γιατί οι άνδρες που την κατέχουν φθείρονται ο ένας από τον άλλον σε μιαν αδιάκοπη πεισματική και το πιο συχνά , μάταιη σύγκρουση.
Εάν λείπει κάτι των Ελλήνων πολιτικών, δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης , ούτε η αγωνιστική διάθεση.
Στο χαρακτήρα , στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια.
Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου.
Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη το συναγωνιστή τους και γι αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του.
Δεν έχουν την υπομονή μέσα στον κύκλο των ισοτίμων , να περιμένουν με την τάξη του κλήρου η της ηλικίας την σειρά τους.
Ξεχνούν το όταν ψάχνεις να βρεις τι είναι σωστό συμβιβάζεσαι και συμβαδίζεις με την ηθική του κόσμου.

Όταν επιδιώκεις το ωφέλιμο εκμαιεύεις το ήθος από την ψυχή σου.
Έτσι διασπαθίζοντας την δύναμη και τις αρετές του κατάντησε ο λαός με την υψηλότερη και πλουσιότερη στην θεωρία πολιτική σκέψη, να μείνει τόσο πίσω στις πρακτικές πολιτικές του επιδόσεις.
Τα δεινά , όσα υπέφεραν ως τα σήμερα οι Έλληνες , και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον , μία έχουν κύρια και πρώτη πηγή :
την φιλοπρωτία , την νόμιμη θυγατέρα του τρομερού τους εγωισμού.
Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Αριστοτέλης την «δημοκρατία» (Σ.Μ. οχλοκρατία) από την «πολιτεία» (Σ.Μ. ορθή δημοκρατία).
Η θέλησή των Ελλήνων για ισότητα , άμα την αναλύσει κανείς , θα δει ότι δεν απορρέει από την αγάπη της δικαιοσύνης , αλλά από τον φθόνο της υπέρτερης αξίας.
«Μια που εγώ , λέει ο Έλληνας, δεν είμαι άξιος να ανέβω ψηλότερα από σένα τότε τουλάχιστον και εσύ να μην ανέβεις από μένα ψηλότερα.
Συμβιβάζομαι με την ισότητα».
Συμβιβάζεται με την ισότητα ο Έλληνας , γιατί τι άλλο είναι παρά συμβιβασμός να πιστεύεις ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση και να δέχεσαι μία ίση με των άλλων !
Μέσα του λοιπόν δεν αδικεί τόσο ο Έλληνας , όσο πλανάται.
Γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής .
Και ύστερα θα συναντήσει κανείς και μεταξύ των Ελλήνων την άλλη ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούν την μία αρετή που έχουν και να υποτιμούν τις άλλες που τους λείπουν.
Έχω δει δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα με την εξυπνάδα τους και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους.
Είδα έξυπνους που φαντάζονταν ότι δεν χρειάζεται για να γίνουν πρώτοι , ούτε η επιστήμη , ούτε η αρετή.
Είδα κάτι σοφούς που ήθελαν να σταθούν επάνω από τους έξυπνους και από τους ανδρείους με μόνη την επιστήμη και την σοφία.
Πόσο αλήθεια άμαθοι της ζωής μπορεί να είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης!
Και έχω δει τέλος και κάτι ενάρετους , που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στη κοινωνική ζωή , αφού ήταν πρώτοι στην αρετή.
Και βέβαια δεν στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί , αλλά αποσύρονταν σιωπηλοί και απογοητευμένοι, αφήνοντας την διοίκηση της χώρας στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών , ή δηλητηρίαζαν την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της λόγους με την πίκρα της αποτυχίας των , σαν οι ηγεσίες των πολιτικών ομάδων να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων που συνεχώς τις απομακρύνουν από την ιδεατή τους μορφή και τις παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων η των μέτριων.
Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες μας.
Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών, έχουν και αυτοί την ιδιοτυπία τους στον μακάριο αυτό τόπο που λέγεται ΕΛΛΑΣ.
Είναι οπαδοί, πραγματικοί οπαδοί , μόνο όσοι έχασαν οριστικά την ελπίδα να γίνουν και αυτοί ηγέτες.
Ελάχιστοι είναι οι οπαδοί από πίστη ιδεολογική η από πίστη στον ηγέτη.
Οι πολλοί είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα , γιατί ατύχησαν , γιατί βαρέθηκαν η λιγοψύχησαν.
Γι αυτό είναι και όλοι προσωρινοί , άπιστοι , ενεδρεύοντες οπαδοί.
Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί , προσπαθούν συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη της ηγεσίας και να διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη.
Γι αυτό και βλέπει κανείς τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες που προσφέρονται ευκολότερα στην παρασκηνιακή ηγεσία των οπαδών τους.
Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρει κανείς ποιος είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής ομάδας αλλά ποιοι εκ του αφανούς τον διευθύνουν.
Βλέπουμε λοιπόν ότι είναι μερικοί άνθρωποι που δεν είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα με τα οποία αποκτά κανείς τα φαινόμενα της ηγεσίας αλλά μόνο με εκείνα που χρειάζονται για την ουσία της , δηλαδή για την άσκηση της εξουσίας .
Είναι αναγκασμένοι λοιπόν οι τέτοιοι να περιορίζονται στον ρόλο του υποβολέα και να αφήσουν τους άλλους που κατέχουν τα φαινόμενα να χαριεντίζονται επάνω στην σκηνή.
Όμως θα έλεγα να μην παραπονιόμαστε τόσο πολύ για την Ελληνική εγωπάθεια γιατί έχει και την εξαίσια πλευρά της η υπερτροφία αυτή της προσωπικότητας.
Έχει την πλευρά την δημιουργική , στην φιλοσοφία , στην ποίηση , στις τέχνες , στις επιστήμες , ακόμη και στο εμπόριο και στον πόλεμο.
Από αυτήν αναβλύζει όλη η δόξα των Ελλήνων.
Φοβάμαι μονάχα πως φτάσαμε στον καιρό , που η φωτεινή πλευρά της προσωπικότητάς των ΕΛΛΗΝΩΝ πηγαίνει όλο μικραίνοντας και αντίθετα η σκοτεινή όλο και αυξάνει , και δεν ξέρω , δεν μπορώ να ξέρω αν αυτός ο κατήφορος μπορεί ποτέ πια να σταματήσει!!!!!!
Ο εγωισμός δεν κάνει τους Έλληνες μόνο κακούς πολίτες ,τους κάνει και καλούς στρατιώτες στον πόλεμο.
Έχουνε αιώνων τρόπαια που μέσα στην μνήμη τους γίνονται σαν νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση της κακουχίας και του κινδύνου.
Να μην συγχέουμε την παρακμή της Ελλάδας σήμερα ,που έχει κατά κύριο λόγο τις εμφύλιες έριδες , με την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των Ελλήνων .
Δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο Έλληνας γενναίος και άξιος μαχητής , αλλά και στην ειρήνη.
Ακριβώς γιατί η γενναιότητά του δεν είναι συλλογική , σαν των περισσοτέρων λαών , αλλά ατομική , γι αυτό δεν φοβάται , και εκεί που βρίσκεται μόνος του , να ριψοκινδυνεύσει, στην ξενιτιά , στο παράτολμο ταξίδι , στην εξερεύνηση του αγνώστου.
Γι αυτό και τόλμησε τέτοια που οι άλλοι δεν θα τολμούσαν ποτέ.
Αναρωτιέται κανείς γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο Έλληνας;
Επειδή είναι γενναίος ο Έλληνας , είναι και παίκτης.
Παίζει την περιουσία του, την ζωή του και κάποτε την τιμή του.
Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος , για να δρα μόνος , για να μάχεται μόνος και γι αυτό δεν φοβάται την μοναξιά.
Οι Έλληνες δεν δέχονται , όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη , να μοιραστούν τίποτε με κανέναν.
Μπορεί οι Έλληνες να είναι υπερόπτες αλλά είναι και φιλότιμοι!
Μπορεί να είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, αλλά ποτέ όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι ώστε να ξεχάσουν τι ήταν κάποτε !
Η πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει κάθε λογής αντιφάσεις.
Δεν πρέπει ποτέ να δώσεις την εντύπωση στον Έλληνα ότι του αφαίρεσες την ελευθερία του.
Άφησε τον , όσο μπορείς, να ταράζεται, να θορυβεί , και να ικανοποιεί την πολιτική του μανία.
Παρ’ όλα αυτά ακόμη και σήμερα οι Έλληνες διατηρούν τα ίχνη μερικών αρετών που μοιάζουν με την χόβολη μίας μεγάλης πυρράς.
Μελετητές της ψυχής των ατόμων και του όχλου , θα δεις τους Έλληνες να εκτελούν μερικούς θαυμάσιους ελιγμούς , να χαράζουν πολιτικά σχέδια περίλαμπρα , με μια ευκινησία στην σκέψη και μια γοργότητα στις αντιδράσεις που κανείς άλλος λαός δεν έφτασε.
Μόνο που ύστερα θα μελαγχολήσει κανείς βλέποντας πως είναι πια ασήμαντοι οι σκοποί για τους οποίους ξοδεύονται αυτά τα εξαίσια χαρίσματα.
Καθώς οι Έλληνες τρέφονται από την οπτασία των περασμένων τους μεγαλείων και δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τις σημερινές τους διαστάσεις, ταλαιπωρούν πολύ κόσμο με την αξίωσή τους να μην επεμβαίνουν στη ζωή και τα αυτοτροφοδοτούμενα προβλήματα τους.

Επιμέλεια παρουσίασης : Γιώργος Χαβαλές


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΗΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ"
Related Posts with Thumbnails