Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ - ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ - ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΜΑΘΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟ 1821.

Μα υπήρχε αθλητισμος στην επανασταση του 1821;» Ρητορικό.--- Βεβαίως και υπήρχε.-- Όχι τυποποιημένα, «σημερινά». Αυτοσχέδια, ευκαιριακά. Πρώτη ύλη ακατέργαστη, χωρίς φτιασίδια, ατόφια, σε λόγγους και σε σχόλες.
Για να μπορεί, σαν ήρθε το λυτρωτικό μπαρούτι, να γράφει ο Μακρυγιάννης (Απομνημονεύματα) εκείνες τις άγιες αράδες: «Λέγω εις τους αναγνώστες μου, μα την πατρίδα, οι τριακόσιοι αυτήνοι δεν ήταν άνθρωποι, ήταν αϊτοί στα ποδάρια και λιοντάρια εις την καρδιά. Εν τουφέκι ρίξανε στους Τούρκους και βγάλαν’ τα σπαθιά... Και μετά τη μάχη χορός, τραγούδι και αγωνίσματα...».

«Λεβέντικος» και «λαϊκός» αθλητισμός...

Οι σοφοί χώρισαν τον αθλητισμό της (προ)επαναστατικής περιόδου σε δυο κατηγορίες: «λεβέντικη» και «λαϊκή».
Η πρώτη, των Κλεφταρματολών. Μια σταθερή έκφραση στα ορεσίβια λημέρια, με βασικό της στόχο την «καλλιέργεια» της σωματικής ρώμης, ενόψει των μαχών.
Η άλλη, ήταν του λαού. Παιδιές και αγωνίσματα, ενίοτε σε πλαίσιο αυτοσχέδιων αγώνων, κομμάτι ενός εθιμοτυπικού, που πλαισίωνε θρησκευτικές εορτές και πανηγύρια, σε εξωκκλήσιες αυλές, αλώνια ή πλατέματα, συχνότερα τις Κυριακές, την Πασχαλιά. Με (υποσυνείδητο) στόχο, πλην της ψυχαγωγίας, τη διατήρηση της εθνικής ενότητας – ταυτότητας.
Από παραδείγματα, σωρός... Σε βενετσιάνικη έκδοση του 1815 («Αρχαιολογία»), ο Ηπειρώτης καλόγερος, Γρηγόρης Παλιουρίτης περιγράφει αγώνες, ανήμερα του Άη Γιώργη, σε χωριό των Ιωαννίνων.
Ο Θεόδωρος Χατζημιχάλης («Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς») καταγράφει το πανηγύρι των Αγ. Αντωνίων στην Αγιά, ο δε Κώστας Τσιαντάς («Τα αγωνίσματα των κλεφταρματωλών ως προσφορά και ως έπος στην εθνεγερσία») αυτό του Αγ. Γεωργίου στην Αράχωβα...

 Τα αγωνίσματα...
Και τ’ αγωνίσματα; Όσα δεν διέσωσε η πένα των Γάλλων περιηγητών (Didot, Pouqueville κ.λπ.), τη διέσωσε η συγκλονιστική δεξαμενή των δημοτικών μας τραγουδιών.
● ΣΗΜΑΔΙ: «Toυφέκι μου περήφανο, σπαθί μου παινεμένο και το καριοφιλάκι μου σαν κόρη φυλαγμένο...». Το δημοφιλέστερο «σπορ» των Κλεφταρματολών. Ένας στόχος, σημάδεμα και βόλι, καριοφύλλι και κουμπούρα. Μαρτυρείται κι «εναλλακτικά»: πετούσε κάποιος στον αέρα ένα δακτυλίδι και ο σκοπευτής προσπαθούσε να περάσει το βόλι από μέσα!
● ΠΗΔΗΜΑ: Σε τρεις μορφές: άλμα μ’ ένα βήμα («τσμια»), δύο («τσδυο»), τρία («τστρεις»). «Εις μήκος» (πάνω από ρυάκια, θάμνους, βράχους), αλλά και σε «εις ύψος». Π.χ., πάνω από... ενωμένες πλάτες αλόγων! Πώς υπολόγιζαν την επίδοση; Πάντως, στο «Υπόμνημα των Ψαρών» του Νικόδημου, το ρεκόρ του καπετάν Μακρή στο τριπλό, υπολογίστηκε ίσο με «960 βελόνες του ραψίματος»!



● ΠΑΛΕΜΑ: Κληρονομιά αιώνων. Σταθερό θέαμα και των τοπικών γιορτών, «μπροστά στα μάτια της πανέμορφης κοπελιάς, της τσούπας», κατά την παρατήρηση του Βασίλη Βυτίναρου («Αθλητική Ηχώ», φ. 25/3/1987). Ο Βρατσάνος («Αθλητικά Χρονικά», φ. 20/4/1932) αναφέρει ότι στα Ψαρά, σε σχόλες και γιορτές, «μερικοί εγυμνώνοντο, άλειφαν το κορμί τους με λάδι και εγυμνάζοντο στην τούρκικη πάλη».
● ΛΙΘΑΡΙ: «Εκατό οργιές το πήδημα, εξήντα το λιθάρι...». Εξίσου δημοφιλές, «προγονάκι» της σφαιροβολίας. Μια πέτρα (λιθάρι) ακανόνιστου σχήματος και βάρους και... όποιος της πετάξει πιο μακριά. Παραμονές του ’21, ο Didot το «αποκάλυπτε» και σε μορφή... δισκοβολίας: «Το ρίξιμο του μαρμαρένιου δίσκου διατηρείται ακόμη σε μερικά νησιά...».



● ΔΡΟΜΟΙ: «Τρέξιμο», «πηλάλα» ή «γλάκιο» (ανάλογα τον τόπο), ποιος θα πάει γρηγορότερα ως την πηγή, το λόφο απέναντι, τον πλάτανο. Στη λαϊκή του εκδοχή, απαντάται και μετ’ εμποδίων (φυσικά για τους «λημερίτες», τεχνητά ή φυσικά για τους «πανηγυρτζήδες»), σε ανηφοριά ή αυτό: «το κυνήγι του λαγού»! Έπρεπε, λέει, να τον πιάσουν, δίχως να χρησιμοποιήσουν άλογο ή όπλα. Με τα χέρια...
● ΙΠΠΑΣΙΑ: Ο καλός αγωνιστής ήταν, εξ ορισμού, και έξοχος αναβάτης. Πέραν της ένοπλης ιππικής επιδεξιότητας, αγώνες ταχύτητας ή υπερπήδησης εμποδίων γίνονταν συνέχεια. Συν κάτι πολύ πιο σύνθετο: αναβάσεις και καταβάσεις, ενώ ο ίππος κάλπαζε, έχοντας αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα! Ο απλός λαός το ασκούσε σπανιότερα. Αναγκαστικά. Τα άλογα τους τα ‘παιρναν οι Τούρκοι...
● ΔΟΚΙΜΙ: «Λιθάρι έχω ‘ς την πόρτα μου, δοκίμι ‘ς την αυλή μου κι όποιος το σηκώσ’ απότ’ εσάς, εκειός θελά με πάρει...». Άρση (βαρών) ογκώδους λίθου ή μαρμάρου, είτε μ’ ένα, είτε με τα δύο χέρια – ανάλογα του βάρους. «Όταν δε είναι πολύ, μέχρι του ώμου και εκείθεν προς τα οπίσω “του νώμου των”» (λεξικό Παντελίδη). Κι ενίοτε, στην πλάτη. Οι ρίζες του χάνονται στα ακριτικά χρόνια (Διγενής).
Αυτά ήταν... Κι ακόμα, ο χορός, το τόξο (περίφημη, παράδειγμα, στην Κρήτη, η αντάρτικη δράση των Χαϊνηδων σε «σαϊτα» και «δοξάρι»), το κολύμπι (νησιώτες, κύρια, Υδραίοι, Σπετσιώτες, Ψαριανοί. Κρήτες, του Αιγαίου), το σπαθί...

«Τρόπαιο», ένα... οικόσιτο αρνί!

Στους λαϊκούς αγώνες, τα έπαθλα δεν έλειπαν. Συνηθέστερα, ένα οικόσιτο αρνί. Η άλλο «σφαχτό». Μαρτυρούνται κι άλλα τρόφιμα (όλα πήγαιναν μετά στο κοινό τραπέζι). Παράδειγμα, κουλούρες.
Ο Παλιουρίτης («Αρχαιολογία») λέει: για τον πρώτο «εν αρνείον», για τον δεύτερο χέλι («έγχυλυ») για τον τρίτο «οψάριον», ενώ οι αποτυγχόντες «συριγμούς απεκόμιζον».
Στο Υπόμνημα του (Ψαριανού) Νικόδημου, πάλι, τονίζεται ότι «οι χαμένοι επλήρωναν τα έξοδα γεύματος πλουσίου», ενώ ο Μπουοντελμόντι (Κρήτη) γράφει πως «τιμούν τον νικητή μ’ ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα ελιάς. Και τις γυναίκες (χορός) με στεφάνι καμωμένο από λουλούδια».
Έπαθλα, εν είδει κινήτρου, φαίνεται να «έπαιζαν» και στα κλεφταρματολίτικα λημέρια. Ο καπετάν Γιαννιάς, π.χ., υπόσχεται στον Καραχάλιο «μια ‘σημένια στο ζωνάρι». Πιθανόν, ίσχυε και σε εορτές. Όπως κι αυτό: ο νικητής να έπαιρνε γυναίκα του «μια όμορφη»!
Ιστορικοί και λαογράφοι, άλλωστε, καταγράφουν τους νικητές των λαϊκών αγώνων ως... περιζήτητους γαμπρούς! Στα «Τρικαλινά», μάλιστα, ο φιλόλογος – λαογράφος, Θ. Νημάς, αναφερόμενος στην περίπτωση της Χάσιας (ορεινή Δυτική Θεσσαλία), επισημαίνει πως συχνά η επιλογή του μνηστήρα γινόταν με αγώνα δρόμου -ή, σπανιότερα, πάλης- που προκήρυσσε ο ίδιος ο πατέρας της κοπέλας! Για να βρει τον πιο λεβέντη...



Οι (πρωτ)αθλητές της εποχής...

Η ρώμη (αγωνίσματα) και οι... Ρωμιοί (αθλητές)! «Μήπως οι πρωτεργάται της εθνικής μας παλιγγενεσίας δεν ήσαν όλοι αθληταί;» αναρωτιόταν το ’31 η Αθηνά Σπανούδη («Ο αθλητισμός σύγχρονη θρησκεία»). Κι έδινε το στίγμα για τους «πρωταθλητές» της εποχής. Αυτοί ήταν, οι ήρωες του ’21...
Δικά τους «πρωτοσέλιδα», κι εδώ, λογοτεχνία και παράδοση. Έστω (συχνά) με τις όμορφες υπερβολές τους...
● «Καραχάλιο παλικάρι, σήκω πέτα το λυχνάρι», καλεί το δημώδες το πρωτοπαλίκαρο τ’ Ανδρούτσου, Καπετάνιο στη Λιβαδειά. Που τον παλούκωσε κι έκαψε ο Ομέρ, Απρίλη του ’21...
● «Ο θεοσεβής αθλητής», έγραψε για τον Αθανάσιο Διάκο ο Βαλαωρίτης. Επιβεβαιώνοντας απόλυτα το λαϊκό το σώσμα: «Πρόμαχος και αθλητής, Λεωνίδου μιμητής...»
● Σε μια στροφή του ανέκδοτου «Οδός Ακροπόλεως», ο Δημήτρης Λιαντίνης (ο καθηγητής με το μυθικό εγκόσμιο «αντίο» στα μονοπάτια του Ολύμπου), γράφει: «Εδώ, στον ξύλινο Κουλέ, εκρεουργήθηκε ο πρώτος αθλητής, Οδυσσέας Ανδρούτσος». Ήταν. Ασύλληπτος στο τρέξιμο, «ωκύπους» (φτεροπόδαρος). Τόσο, που κάποτε, λέει, έβαλε στοίχημα πως θα νικούσε ένα άλογο του Αλή και το «’σκασε»! Το άλογο...



● Ένας τούτος κι ένας ο Νικηταράς (Σταματελόπουλος)... «Ο Τουρκοφάγος αθλητής του γένους νέος ακρίτας», καταπώς τραγουδήθηκε, αντάμα με αυτό: «Γεια σου και ‘σύ Νικηταρά, που ‘χεις στα πόδια σου φτερά»…

Ο Νικολαράς και «ο αράπης του Σουλτάνου»...

Κι άλλοι, πολλοί, λιγότερο γνωστοί... Απ’ τον Νικοτσαρά (Αρματωλός του Ολύμπου, για τον οποίο «διηγούνται ότι ηδύνατο να υπερπηδήσει επτά συγχρόνους ίππους στοιχηδόν τεταγμένους» - Αδρεόπουλου, «Αρματολίτικος και Κλέφτικος αθλητισμός») και τον Ζαχαριά (Μωραϊτης Πρωτοκλέφτης, για τον οποίο ο Σαράντης Καργάκος έγραψε πως ήταν τόσο γρήγορος, που, όταν έτρεχε, τα πόδια του ακουμπούσαν στα... αφτιά του!), μέχρι τους Ψαριανούς, που διέσωσε ο (Ψαριανός) πυρπολητής, Νικόδημος («Υπόμνημα της Νήσου Ψαρών»)...
Τον Κοκωσή («φαινόμενο ρώμης») και τον ξακουστό, Νικολαρά...
Κάποτε, λέει, που οι Τούρκοι είχαν όμηρους στην Πόλη κάτι Ψαριανούς, πήγε πρεσβεία να παρακαλέσει τον Σουλτάνο να τους αφήσει ελεύθερους. Μαζί και δαύτος. Γίγαντας, θεριό.
«Μόλις τον είδε ο Σουλτάνος τον εθαύμασε.
- Βάϊ, βάϊ! Νε μπεχλιβάν βαρ! Μάσσαλα! Μάσσαλα! Φτου! Φτου!
Ας τα εξηγήσωμε: Πώ, πώ, πω! Τι παλαιστής είν’ αυτός! Να μη βασκαθή! Φτου! Φτου!»
Και, μέσω του δραγουμάνου του, έστειλε στους Ψαριανούς το μήνυμα: αν ο Νικολάρας παλέψει και νικήσει τον αράπη παλαιστή του, θα τους αφήσει λεύτερους.
«Ο Νικολάρας εδέχθη πρόθυμος. Έβγαλε αφελέστατα το γελέκο, το πουκάμισό και τη φουφούλα του μέσα στο σουλτανικό διαμέρισμα και περίμενε. Καμμιά φορά ήλθε και ο Αράπης και τον ετίναξε κι αυτόν κάτω, ενώ ο Σουλτάνος κατάπληκτος και χειροκροτών, όχι μόνον απέλυσε τους ομήρους, αλλά και εφόρτωσε τους Ψαριανούς με δώρα...»



Και... «αθλήτριες»!

Και «αθλήτριες»; Σε μια ιδιότυπη περίπτωση ηρωικού «φεμινισμού», εντοπίζονται και δαύτες. 
«Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια ‘πίσημη ημέρα,
βγήκαν να παίξουν τα σπαθιά, να ρίξουν το λιθάρι,
κι από το πείσμα το πολύ και από τη λεβεντιά της,
εκόπη τ’ ασημόκουμπο κι εφάνη το βυζί της»
Δεν ίσχυε παντού. Στη Μάνη, πάντως, όπου «αντιθέτως απ’ ό,τι ίσχυε εις άλλας περιοχάς της Ανατολής, ούτε κλεισμέναι εις τον γυναικωνίτην, ούτε σκλάβοι ήσαν. Διότι η απόμακρος αύτη περιοχή, διετηρήθη ελευθέρα», ο Γάλλος, Pouqueville (αρχές 19ου αι.), εντόπισε «αθλήτριες».
Τις Καλλιπάτειρες της λεφτεριάς, που στις γιορτές, ασκούνταν στο λιθάρι και το «πήδημα» και «κατά της ημέρας του θερισμού συνεκεντρούντο την εσπέραν, μετά την εργασίαν των εις τους αγρούς εις ορισμένας εξοχικάς τοποθεσίας και ηγωνίζοντο μεταξύ των εις τα όπλα, εις την ρίψιν ενός φυσικού και ακατεργάστου λίθου και εις το τριπλούν άλμα».
Κάτι τέτοιο, διηγείται, είχε δει ο ίδιος, με τα μάτια του, κοντά στην Καρδαμύλη («όμιλος γυναικών, με το πουκάμισο και τον ποδήρη χιτώνα, να αγωνίζωνται ως άνδρες εις ένα καταπράσινο λιβάδι»). Όταν, δε, εξέφρασε απορία, ένας απ’ τους πρόκριτους, ο καπετάν – Τρουπάκης, του επιβεβαίωσε πως οι Μανιάτισσες, ήταν πολύ γυμνασμένες και άσοι στο σημάδι και σχεδόν πάντα ενεργές στις ένοπλες μάχες με τους Τούρκους...



Αθλητισμός, όπου δεν πάτησαν οι Τούρκοι...

Τα ελληνικά τα χώματα που «φώναζαν» κάτω απ’ το οθωμανικό λεπίδι... Υπήρχαν, όμως, και τα άλλα. Εκεί που η εθνική συνείδηση κούρνιαζε μεν εξαντλώντας και δαύτη υπομονές (μέχρι τη μεγάλη ώρα, που...), κάτω από (άλλη) «μπότα», αλλά δίχως το βάσανο από τη μυρωδιά του αίματος και τον ανατριχιαστικό ήχο της «χατζάρας». Πιο «πολιτισμένα», πιο «ελεύθερα». Εκεί, λοιπόν –το επιτρέπαν’ οι συνθήκες- ο αθλητισμός αναπτύχθηκε αλλιώς. Όχι ως ορμέμφυτη ανάγκη, «ηρωικά», με υποσυνείδητους εθνο-πατριωτικούς σκοπούς. Αλλά, απλά, «ως σπορ». Παιχνίδι- κληρονομιά από τους κτήτορες.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στρέφει το μάτι στην αριστερά μεριά του χάρτη. Ιόνιο, Επτάνησα. Με επίκεντρο την Κέρκυρα. Τούρκου, εκεί, μετά την Άλωση, ποδάρι δεν επάτησε. Βενετσιάνοι, ναι. Γάλλοι, ναι. Ρώσοι, ναι. Εγγλέζοι, ναι. Τούρκοι, ποτέ.
Τα χρόνια γύρω απ’ τον ξεσηκωμό, βρίσκουν τα Ιόνια υπό την «προστασία» (από το 1815) των Εγγλέζων. Sportsmen του λόγου τους και το νησί το βίωσε, «κληρονομώντας» πράμα. «Αποκαλυπτική» μοιάζει μια σειρά επιστολών ενός στρατιώτη, ονόματι Ουήλερ για δρώμενα των ετών 1823-’24 (πρώτη δημοσίευση το 1974, στα «Κερκυραϊκά Νέα», μτφρ. Ι. Δαμασκηνού).
Σε μία εξ αυτών, δίνοντας έξοχα το πλήρες εορταστικό «πορτραίτο» που συνόδευσε τα εγκαίνια του ανακτόρου των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου, στις 23 Απριλίου του 1823, γράφει: «Η μέρα πέρασε καλά και πολλά ήταν τα αγωνίσματα, δηλαδή πάλη, μποξ, τρέξιμο, άλματα και πολλά άλλα...». Μεταξύ τους και το κρίκετ. Αγώνας μεταξύ Άγγλων αξιωματικών του 32ου τάγματος.
Το (επιπλέον) σημαντικό; Είναι η πρώτη, ίσως, φορά επί (σημερινού) ελληνικού εδάφους, που καταγράφεται αθλητική δραστηριότητα υπό τη μορφή αθλοπαιδιών, με προφανές το στοιχεία της ομαδικότητας (κατά την αγγλοσαξωνική αθλητική κουλτούρα). Ήδη, βέβαια, απ’ τους προηγούμενους αγώνες, η αθλητική δράση στο νησί έχει ενσωματώσει κι άλλα «σπορ». Απ’ τις λεμβοδρομίες (αρχές Φεβρουαρίου του 1820, μαρτυρείται  αγώνας με τη συμμετοχή 12 τετράκωπων σκαφών) και τους ιππικούς, μέχρι κάποια περισσότερο... φευγάτα! Μια ιδέα;



● ΤΖΙΟΣΤΡΑ: Μεσαιωνικό ιππικό αγώνισμα, σε δύο εκδοχές. Στην πρώτη (giostra dell’ anello), οι ιππείς (cavalieri) έτρεχαν ως την άκρη του οριοθετημένου χώρου, προσπαθώντας, με τις λόγχες τους, να σηκώσουν ένα δακτυλίδι που κρεμόταν σ’ ένα κοντάρι. Στη δεύτερη (giostra della Quintana), να χτυπήσουν ένα ανδρείκελο που κρεμόταν από ξύλο.
● ΚΟΚΚΑΝΙΑ: Στην κορυφή ενός ψηλού κονταριού (ιστός) κρεμούσαν τρόφιμα, κυρίως κρέατα. Κατόπιν, άλειφαν τον ιστό (ύψους 4-5 μ.), με λιπαρή ουσία (λίπος, σαπούνι, λάδι) και οι συμμετάσχοντες άρχιζαν την αναρρίχηση. Όποιος έφθανε στην κορυφή, έπαιρνε τα δώρα.
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟ 1821."

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

ΕΠΩΝΥΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τα Κοζανίτικα επώνυμα αποκαλύπτουν την ετερογένεια του πληθυσμού----

Διαβάζοντας το βιβλίο «Όψεις της Ετερότητας*», μια έκδοση που έχει άμεση σχέση με το πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, αφού οι ερευνητές που υπογράφουν εργάζονται σε αυτό, βρήκαμε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που προσπαθεί να εξάγει συμπεράσματα για την καταγωγή, την ταξική διάρθρωση και την κουλτούρα της περιοχής της Κοζάνης μέσα από τα επώνυμα των ανθρώπων.
 Η έρευνα αυτή βασίζεται σε ένα δείγμα 2.159 επωνύμων της Κοζάνης. Εμείς θα επικεντρωθούμε σε κάποια σημεία της που θεωρούμε πιο σημαντικά, ώστε να κατανοήσουμε ότι είμαστε ένα μίγμα ετερογενούς πληθυσμού, να αποδεχθούμε αυτή τη πραγματικότητα και να προσπαθήσουμε να αμβλύνουμε κάποιες ρατσιστικές αντιλήψεις που εντάσσουν αυθαίρετα και ανιστορικά τους ανθρώπους σε υποτιθέμενες ομοιογενείς συλλογικότητες, τονίζοντας έτσι διαφορές που τελικά οδηγούν ακόμα και σε συγκρούσεις.
 Όλοι έχουμε αναρωτηθεί κάποτε γιατί τόσο εμείς όσο και οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουμε αυτό το όνομα και όχι κάποιο διαφορετικό και πώς προέκυψε αυτό. Κάποια από τα ονόματα αυτά δείχνουν φανερά την σημασία τους, κάποια άλλα ενώ τα θεωρούμε αυτονόητα, μόλις προσέξουμε λίγο περισσότερο, διαπιστώνουμε πως μας είναι αδιευκρίνιστα και μοιάζουν χωρίς σημασία.Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Γιατί δίνουμε ονόματα;
«Τα ονόματα που δίνονται στους ανθρώπους, συνιστούν μια πανάρχαια πανανθρώπινη συνήθεια, που έχει σαν βάση την λαϊκή δοξασία ότι το όνομα έχει κάποια μαγική δύναμη και συνδέεται κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο με το άτομο που το φέρει […] […] Η ονοματοθεσία γινόταν πάντα με ιδιαίτερη επιμέλεια , καθώς θεωρείτο ότι ένα καλό όνομα θα είχε σημαντική επίδραση στη τύχη του ανθρώπου που θα το έφερε σε όλη του τη ζωή. Είναι αναμφισβήτητο από την άλλη το γεγονός ότι η ονοματοθεσία σχετίζεται με τον ιστορικό βίο κάθε λαού, τις περιπέτειές του, τις ιδιαίτερες κλίσεις και τη νοοτροπία του. Αντλεί επίσης σημαντικό μέρος του υλικού της από τις καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων, από περιστατικά της ζωής τους και από τα αντικείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή. Κάποια εποχή το όνομα που έφερε ένας άνθρωπος, και κυρίως αυτό που επικράτησε να ονομάζεται «επώνυμο», είχε λειτουργική αξία και άμεση σχέση με το επάγγελμα ή την καταγωγή εκείνου που το έφερε, με τα σωματικά, ηθικά ή άλλα χαρακτηριστικά του, και μάλιστα δημιουργείτο με βάση αυτά. Έτσι ένας Σαμαράς για παράδειγμα υποδηλώνει το επάγγελμα που ασκούσε ο έτσι επονομαζόμενος και ένας Κουτσογιάννης δεν μπορεί παρά να λεγόταν Γιάννης και να ήταν κουτσός. Αργότερα αυτή η λειτουργική σχέση μετατρέπεται σε εντελώς συμβατική και αποτελεί ένα αυθαίρετο σημείο αναγνώρισης ατόμων-απογόνων του συγκεκριμένου προσώπου, οι οποίοι το φέρουν πια μόνο για λόγους ιστορίας και παράδοσης.
[…] Με την έννοια αυτή στα επώνυμα αντανακλάται η πολλαπλή ετερότητα που χαρακτηρίζει μια κοινωνία ανθρώπων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη τους χρήσιμη και ενδιαφέρουσα. Επώνυμα για παράδειγμα που εξαίρουν την σωματική δύναμη και το ψυχικό σθένος των ανθρώπων ανταποκρίνονται σε ηρωικές εποχές. Κάποια άλλα που δηλώνουν αξιώματα αντανακλούν την ταξική διαφοροποίηση και την κοινωνική διαστρωμάτωση μιας κοινωνίας. Άλλα τέλος που σατιρίζουν σωματικά ή ψυχικά ελαττώματα των ανθρώπων καταδεικνύουν την εύθυμη διάθεση ενός λαού και το ειρωνικό πνεύμα.
Κατηγορίες επωνύμων
Όσον αφορά στη θεματική τους κατηγοριοποίηση τα επώνυμα διακρίνονται συνήθως σε πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά, εθνικά ή πατριδωνυμικά, επαγγελματικά και παρωνύμια (παρατσούκλια). Στο δείγμα των Κοζανίτικων επωνύμων, απαντούν εκτός από των Ελληνικής προέλευσης και επώνυμα που έλκουν την καταγωγή τους από κάποια λέξη προερχόμενη από μια από τις γειτονικές βαλκανικές γλώσσες ή από κάποια μακρινότερη δυτικοευρωπαϊκή ή φέρουν παραγωγική κατάληξη ή πρώτο συνθετικό από μία από αυτές τις γλώσσες.
Τουρκικά
Πιο συγκεκριμένα από τα 2.159 επώνυμα τα 385 (ποσοστό 17,83%) έχουν κάποιο στοιχείο που μαρτυρεί σχέση με την Τουρκική γλώσσα.
(Πχ. Γκάγκαλιας (Το Τουρκικό «gaga»= ράμφος+ την Τουρκική κατάληξη -li))
(Λαφαζάνης (Το Τούρκικο Lafazan= φλύαρος,ψωροπερήφανος)
(Σακαλής (Το Τούρκικο Sakalli= γενειοφόρος))
(Ντεληγιάννης (Το Τούρκικο «deli»= τρελός+ Γιάννης)) κλπ
Τα 113 επώνυμα (ποσοστό 29,09%) δηλώνουν κάποιο επάγγελμα που το όνομά του έχει είτε Τούρκικη προέλευση είτε Τούρκικη κατάληξη ή πρόθεμα.
(πχ. Κιρατζής (Το Τούρκικο «Kiraci»= Ενοικιαστής) ή Τουφεκτσής (απο το Τούρκικο Tufekci=οπλοπώλης κλπ))
Τα 20 επώνυμα (ποσοστό 5,19%) δηλώνουν καταγωγή ή είναι εθνικά.
(πχ Δράμαλης (Η πόλη Δράμα + την τούρκικη κατάληξη -li))
(Ρώμπαπας (Το Τούρκικο rum= Ρωμιός+ παππάς «Ελληνοπαππάς»))
Τέλος τα 7 επώνυμα (1,82%), δηλώνουν αξίωμα.
(πχ. Μουχτάς (Το Τούρκικο muhtar=Προεστός,Δημογέροντας))
(Βέιος (Το Τούρκικο bey= Κύριος))
Οι Τουρκικές παραγωγικές καταλήξεις που εμφανίζονται συχνότερα είναι οι: -ci που δηλώνει κυρίως επάγγελμα, -li, που δηλώνει κυρίως τόπο καταγωγής και -oglu, που αντιστοιχεί στην Ελληνική κατάληξη -όπουλος και -ίδης. Το πιο συχνό πρόθεμα είναι το kara- που σημαίνει κυρίως «μαύρος».
Σλαβικά
128 επώνυμα (ποσοστό 5,84%) δηλώνουν σχέση με κάποια Σλαβική διάλεκτο (κυρίως Βουλγαρική και τις διαλέκτους της ή την γλώσσα της FYROM). Τα περισσότερα επώνυμα σε αυτή τη κατηγορία είναι τα παρωνύμια (παρατσούκλια).(83 επώνυμα,ποσοστό 67,48%).
(πχ. Λιούτας απο το σλαβικό ljut=καυτερός,άγριος)
(Ζάικος απο το Σλαβικό Zaek= λαγός)
Τα 22 επώνυμα είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά (ποσοστό 17,89%)
(πχ. Λέντζης (Lence,Σλαβικό υποκοριστικό του Ελένη))
(Νίτζιος (Απο το Σλαβικό Nico,υποκοριστικό του Νικόλαος)
Τα 12 επώνυμα δηλώνουν επάγγελμα (ποσοστό 9,76%)
(πχ. Βαγινάς (Βαγένι(Σλαβικά vagan)=βαρέλι για κρασί))
(Κούιας (Σλαβικό kuja= πεταλωτής)
Τα 9 (7,14%) δηλώνουν καταγωγή ή εθνικότητα
(πχ. Ζαγορίτης απο το τωπονύμιο «Ζαγόρι» (Σλαβικά Zad=πίσω+ gora=βουνό+την κατάληξη -ίτης))
(Καζάκης (Απο το Τουρκικό ή Σλάβικο kazak=Κοζάκος)
Τέλος τα 2 (1,63%) δηλώνουν αξίωμα
(Κράιας και Κράλιας (απο το Σλαβικό kral= βασιλιάς)
Αλβανικά
Τα επώνυμα που φέρεται να έχουν σχέση με την Αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα του Ελλαδικού χώρου είναι 117 (ποσοστό 5,28%)
Πάνω από τα μισά είναι παρωνύμια (65,ποσοστό 57,02%).
(πχ Γκιάτας (απο το Αλβανικό gjate=ψηλός/μακρύς))
(Χατζημπύρος (Το Τούρκικο haci= προσκυνητής+ το Αλβανικό bir=γιός/τέκνο)
Τα 23 (20,18%) δηλώνουν καταγωγή ή εθνικότητα
(πχ Γκέκας (Απο το Αλβανικό gege-a=κάτοικος της Γκεγκουριάς))
(Λιάπης (Απο το Αλβανικό liap,μιά απο τις 4 αλβανικές «φυλές»,μουσουλμάνος της Λιαπουριάς «Laberia» στη Νότια Αλβανία)

Τα 22 (19,3%) είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά 
(πχ. Γκίνος (Το Αλβανικό Gjin= Γιάννης))
(Λέκκας (Το Αλβανικό Leke-a= Αλέξανδρος))
Τα 7 επώνυμα (6,14%), δηλώνουν επάγγελμα 
(Ντέρος (απο το Αλβανικό dere=πόρτα-πορτατζής-)
(Στούπης (Απο το Αλβανικό shtupe-a= το στουπί/το πώμα)
Κανένα από τα επώνυμα που σχετίζονται με την Αλβανική γλώσσα δεν δηλώνει αξίωμα.
Η μόνη παραγωγική κατάληξη Αλβανικής καταγωγής είναι το υποκοριστικό -ush που στα κοζανίτικα επίθετα γίνεται -ούσης.
Δυτικοευρωπαϊκές – Νεολατινικές γλώσσες
46 επώνυμα (ποσοστό 2,18%) έχουν σχέση με δυτικοευρωπαϊκή ή νεολατινική γλώσσα. Τα 36 δέχονται Ιταλικές επιδράσεις, ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονται σε άλλες γλώσσες με πρώτη την Βενετική (8) Το μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι παρωνύμια 
(πχ Καραματσούκας (Το Τούρκικο kara= μαύρος+ Ελληνικό ματσούκα (το οποίο έρχεται από το βενέτικο mazzoca, που με την σειρά του έρχεται από το λατινικό maxuca)
Τα 12 επώνυμα (25,53%) δηλώνουν επάγγελμα 
(πχ. Σολδάτος (Απο το Ιταλικο soldato=Στρατιώτης/μαχητής))
(Μπερέτος (Απο το Ιταλικό beretto=σκούφος)
Τα 10 είναι πατρωνυμικά ή μητρωνυμικά 
(πχ. Μαντώνας (Απο το Ιταλικό madonna=Δέσποινα/κυρά)
Τα 2 δηλώνουν καταγωγή (Αγγλογάλλος και φρατζέζος) και 1 δηλώνει αξίωμα (Κόντης από το Ιταλικό conte)
Συμπεράσματα του ερευνητή: (Γλωσσικές παρατηρήσεις)
Αυτό που εντυπωσιάζει στα Κοζανίτικα επώνυμα είναι καταρχήν η συνύπαρξη γλωσσικών στοιχείων από τόσες πολλές γλώσσες (Ελληνική,Τουρκική,Βουλγαρική/Σλαβική ή άλλη Λατινογενής γλώσσα), σε έναν τόσο περιορισμένο γεωγραφικά χώρο, όπως είναι μια ολιγάριθμη πληθυσμιακά πολίχνη του 19ου αιώνα. 
Η εξήγηση δίνεται βέβαια από την ίδια την γεωγραφία και την ιστορία. Η περιοχή αυτή γλωσσικά βρίσκεται στα όρια των συμπαγών νεοελληνικών ιδιωμάτων και αυτού που στη γλωσσολογία ονομάζεται «Γλωσσική Μεταβατική Περιοχή». 
Πρόκειται για μια περιοχή που φτάνει μέχρι τα Σκόπια ένθεν κι ένθεν της οποίας έχουμε αμιγείς γλωσσικές περιοχές: Ελληνόφωνη και Σλαβόφωνη, ενώ στο εσωτερικό της, σε γειτονιά και διάσπαρτες συναντούμε ετερόκλητες γλωσσικές ομάδες: Ελληνόφωνες, Σλαβόφωνες, Βλαχόφωνες και Αλβανόφωνες, με επικρατέστερες στο Νότο τις Ελληνόφωνες και στο βορρά τις Σλαβόφωνες. Απ’ την άλλη μεριά είναι γνωστή η για πάνω από 500 χρόνια συνύπαρξη των πληθυσμών αυτών με τους Τούρκους κατακτητές. Η γλωσσική αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται στα επώνυμα της Κοζάνης αφού 672 από τα 2.159 επώνυμα (ποσοστό 31,13%) έχουν λεξιλογικού κυρίως ή και κάποιου άλλου τύπου γλωσσικές επιδράσεις από κάποια από τις παραπάνω γλώσσες.
Η ανάμιξη των καταλήξεων από τις ετερόκλητες αυτές γλώσσες έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν διαφορετικά επώνυμα, τα οποία όμως σημασιολογικά συμπίπτουν απόλυτα. (πχ δίπλα στο Ελληνικό «Παπαδόπουλος» συναντούμε το Τουρκικό «Παπάζογλου» (Τουρκικό papaz=παπάς+κατάληξη -oglou) 
Οι ξένες επιδράσεις και ο λεξιλογικός δανεισμός είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει κάθε γλώσσα καταρρίπτοντας τον ιδεολογικώς φορτισμένο μύθο της γλωσσικής καθαρότητας. Είναι απόλυτα φυσικό οι λαοί οι οποίοι για λόγους ιστορικούς βρέθηκαν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο να έχουν ανταλλάξει πολιτιστικά και άρα γλωσσικά στοιχεία.
*(Κωνσταντίνος Ντίνας- Όψεις της Ετερότητας, εκδόσεις Gutenberg,2005)
ethelontiki-kastoria.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΠΩΝΥΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ"

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ


Βολονάσης - Μπολονάσης ---- 
Το επώνυμο συναντιέται και με διαφορετική φωνητική (Βολο- και Μπολο-) και με διαφορετική ορθογράφηση (Βολο- / Μπολο- και Βόλω-/Μπολω-). 
Οι διαφορετικές αυτές φωνητικές και ορθογραφικές εκδοχές αφορούν όχι μόνο Το επώνυμο Μπολονάσης, αλλά ένα πλήθος άλλων επωνύμων, συνθέτουν και παράγωγων. Με δεδομένο δε ότι η ορθογράφηση (με ο ή ω) λίγο ενδιαφέρει, παραθέτω μερικά από τα σχετικά επώνυμα με βάση τη φωνητική τους ([β] / [ν]).- 
  
Εκτός από τα παραπάνω σύνθετα ή παράγωγα επώνυμα πρέπει να αναφέρουμε την ύπαρξη των απλών αρχικών επών.: Μπόλας / -•ης / -ος και Βόλ(λ)ας /-ης /-ος (και Βώλος) και να σημειώσουμε: 
α. Από τις δύο σειρές επών. η σειρά [b] πρέπει να θεωρηθεί η αρχική δεδομένου ότι η τροπή του [b] (καθώς και των [d], [g]) σε [ν] (και [d], [g]) αντίστοιχα, δηλ. ο λεγόμενος λόγιος εξελληνισμός, είναι εφικτή στην ελληνική. Αντίστροφη τροπή [ν] > [b] δεν είναι συνηθισμένη. 
β. Η αστάθεια ορθογράφησης με ο ή ω υποδηλώνει πως η αρχική λέξη απ' όπου σχηματίζονται τα ανθρωπωνύμια δεν είναι αναγνωρίσιμη άρα είναι άγνωστη. 
γ. Τα σύνθετα ανθρωπωνύμια παραπέμπουν στην ύπαρξη ενός προθήματος1 του τύπου: βλαχο-: Βλαχαντρέας, Βλαχοθανάσης κλπ., γερο-: Γερογιάννης, Γεροδήμος κλπ., με β' συνθετικό βαφτιστικό η παρωνύμιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες από την ελληνική γλώσσα μόνο οι λ. βόλος, ο "η ριξιά //η πλεκτάνη // το δίχτυ κλπ." και βώλος, ο "μικρός όγκος, μάζα χώματος, Σβώλος // συνεκδ. γη, χώρα, έδαφος κλπ." θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση δημιουργίας του προθήματος. Ωστόσο οι σημασίες αυτών των λ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ονοματοδοσία ενός ανθρώπου. 
δ. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις θα μπορούσε να ενισχυθεί η απόδοση των αρχικών επών. Μπόλας /-ης /-ος2 στη σλαβ. λ. bolu "μεγαλύτερος, καλύτερος"3 με την οποία σχηματίζονται πολυάριθμα προσωπωνύμια, στο σλαβόφωνο χώρο: ΒοΙοje, Βοlek, Βοlkο, ΒοΙkα, Βοlinu/Bolbnu, ΒοΙbjb-slavu, Βοlbjb-boru, Βοl'ut, Βοlislav κλπ.4 
Από το σλαβ. αυτό προσηγ. προέκυψαν τα επών. Μπόλας /-ης /-ος (και Βόλας / -ης /-ος) με λόγιο εξελληνισμό, από τα οποία προέκυψε το ανθρωπωνυμικό πρόθημα μπολο-, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σημ. 1: Κάποιος που έφερε το βαφτιστικό Νάσης για να προσδιοριστεί ακριβέστερα ονομάστηκε Νάσης του Μπόλα / -η, / -ου και στο σύνθετο ως Μπολο-νάσης.5 

Βρέλ(λ)ης 
Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το αλβ. ουσ. burr/e, i "άντρας, γενναίος" και να αποδοθεί στα επών. Μπούρης, Μπούρος, Μπούρας 6 απ' όπου και τα: Βούρης, Βούρος, Βούρας με τροπή του [β] σε [ν] (λόγιος εξελληνισμός). Από τη σειρά των τελευταίων με την υποκορ. κατάλ. -έλ(λ)ης προέκυψε Το επώνυμο Βουρέλ(λ)ης 7 και Βρέλ(λ)ης με αποβολή του άτονου [u] κατά τον βόρειο φωνηεντισμό. 
Λιγότερο πιθανή η απόδοση του επών. στο σλαβ. vrelo "πηγή" (απ' όπου και δάνειο στην αλβ. vrelle), λέξη από την οποία δημιουργούνται πολυάριθμα τοπν. σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο της σερβοκροατικής (Udolph 1979: 528-529).
 Κατευθείαν σύνδεση του επών. με το σλαβ. ουσ., λόγω της σημασίας, δεν θα ήταν δυνατή, όπως φαίνεται και από την απουσία σχετικών ανθρωπωνυμικών σχηματισμών στις σλαβικές γλώσσες. Γι' αυτό πιστεύω πως, αν θα μπορούσε να συνδεθεί Το επώνυμο με τις σλαβ. γλώσσες, αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω ενός τοπωνυμίου, π.χ. τοπν. Vrelo ή Vreliκλπ. (<> Γρηγορίου (πβ. και επών. Δημητρίου, Ιωάννου, Γεωργίου κλπ.)18. 


Δεβέκος - Ντεβέκος - Δεβές - Ντεβές
Σπάνιο επών.19 που εμφανίζεται με τους τύπους Δεβέκος (5χ) και Ντεβέκος. Ο τύπος Δεβέκος από το Ντεβέκος με τροπή [d] > [d] (λόγιος εξελληνισμός). 
Το επώνυμο πρέπει να αποδοθεί στο επώνυμο Ντεβές (και Δεβές) με την προσθήκη της μεγεθυντικής κατάλ. -έκος η οποία χρησιμοποιείται και στο σχηματισμό ανθρώπων.: Αγγελέκος (< Άγγελος), Καλαμιδέκος (< Καλαμίδας), Σταματέκος (< Σταμάτης) κλπ.20. Το επώνυμο21 Ντεβές προέρχεται από το τουρκ. δάνειο της ελληνικής: ντεβές, ο "η καμήλα"22 (< τουρκ. deve "το ίδιο"). Της ίδιας ετυμολογικής αρχής είναι και τα επών.: Ντεβετζής, Ντεβετζίδης κλπ. και Δεβεσιάδης, Δεβετζάκης, Δεβετζής, Δεβετζίδης, Δεβιτζόγλου κλπ. 

Ζιώγας
Το επώνυμο προέρχεται από το αντίστοιχο βαφτιστικό Ζιώγας (και Τζιώγας) αντί του Γεώργιος23. Τόσο ο Κατσάνης όσο και ο Ντίνας θεωρούν το βαφτιστικό ως αρομ. υποκορ. του Γεώργιος24. Ωστόσο όχι μόνο στα βλαχόφωνα χωριά αλλά και αλλού (π.χ. Πιρσόγιανη) χρησιμοποιείται το Ζιώγας αντί του Γεώργιος (πβ. το όνομα του πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζου από την Πιρσόγιανη25, ο οποίος μαρτυρείται ότι έχτισε το πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας 

Καρακίτσος
Πρόκειται για ένα "προθηματικό" επών. που σχηματίζεται από το πρόθημα καρα-26 (πβ. και επών. Καράς < καράς "μαύρος" < τουρκ. kara "το ίδιο") και το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος. Το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος27 αντί του Χρίστος. 

Κωσταδήμας
Σε αντίθεση με τα προσδιοριστικά σύνθετα προσηγορικά: αγριοπερίστερο, κρασοπότηρο, νεροπότηρο, ψυχοσάββατο κλπ. και τα σύνθετα επώνυμα με α' μέρος σύνθεσης εθνικά: Καστρινογιάννης, Μωραΐτόγιαννος, Σμυρνογιάννης κλπ. και επαγγελματικά: Αλευρογιάννης, Γυφτογιάννης, Καλογερογιάννης κλπ.28, στα σύνθετα επών., όπου και τα δυο συνθετικά είναι βαφτιστικό, το β' συνθετικό της σύνθεσης προσδιορίζει το α' βαφτιστικό: π.χ. Σπυρομήλιος "ο Σπύρος (ο γιος) του (Αι)μίλιου", Χριστοβασίλης "ο Χρίστος (ο γιος) του Βασίλη", ο Αποστολογιάννης "ο Αποστόλης / -'-ος (ο γιος) του Γιάννη" κοκ. 
Η αντιστροφή της σειράς: προσδιορισμός + προσδιοριζόμενο που ακολουθείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στα προσδιοριστικά σύνθετα αίρεται στην περίπτωση σύνθετων επών. με δύο βαφτιστικό, γιατί ακολουθείται η σειρά της εννοούμενης εκφοράς.
 Το ίδιο συμβαίνει και με τα σύνθετα παρωνύμια με α' συνθετικό αρσεν. βαφτιστικό (του συζύγου) + β' συνθετ. θηλ. βαφτιστικό (της συζύγου) της οποίας η κοινωνική θέση, η δυναμικότητα και η εν γένει παρουσία επισκιάζει εκείνη του συζύγου: π.χ. Κωτσοαμαλίας "ο Κώτσος (ο σύζυγος) της Αμαλίας", ο Γιωργολένης "ο Γιώργος (ο σύζυγος) της Ελένης" κλπ.
 Στην ίδια περίπτωση ανάγονται και τα σύνθετα με δύο βαφτιστικό εκ των οποίων το α' (βαφτιστικό του γιου) προσδιορίζεται από το β' (το βαφτιστικό της μητέρας). Έτσι το Γιωργολένης που αναφέρθηκε παραπάνω, θα μπορούσε να είναι "ο Γιώργος (ο γιος) της Ελένης" κλπ.
 Μετά από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στο επώνυμο Κωσταδήμας, σύνθετο με δύο βαφτιστικά, το α' συνθετικό (Κώστας) προσδιορίζεται από το β' συνθετικό (Δήμας). Το Κώστας είναι συγκεκομμένος τύπος του Κωνσταντίνος και το Δήμας29 από το Δήμος (συγκεκομμένος τύπος του Δημήτριος) με εναλλαγή της κατάλ. -ος / -ας, όπως πραγματοποιείται στα ανθρώπων: Γκέκος / -ας, Τσέφος / -ας κλπ. 

Μπάης
Το επώνυμο προέρχεται από την τουρκ. λ. bay η οποία πριν από ανθρωπωνύμια και τίτλους έχει τη σημασία "ο κύριος Χ", όταν όμως δεν συνοδεύει ανθρωπωνύμιο ή τίτλο έχει τη σημασία "κύριος."30 Με την ίδια λειτουργία χρησιμοποιούνται και οι σημασιολογικά αντίστοιχες αλβ. λέξεις: zot, -i "κύριος Χ": π.χ. zoti president "κύριος πρόεδρος", zoti minister "κύριος υπουργός" κλπ., αλλά και αυτοδύναμα zot, -/'"κύριος", και zonj/e, -a "η κυρία Χ": π.χ. zonja vjeherr "η κυρα-πεθερά", αλλά και "κυρία, οικοδέσποινα". Όπως η τουρκ. λ. bay έτσι και οι αλβ. zot, -i και zonj/e, -a αποτελούν βασικές λέξεις για το σχηματισμό ανθρωπωνυμίων: Ζότος (και Ζώτος), Ζόνιος (και Ζώνιος). 

Μπαϊρακτάρης - Βαϊρακτάρης 
Το επώνυμο που εμφανίζεται και με το λαϊκότερο τύπο Μπαϊραχτάρης ([kt]>[ht])31 και με το λογιότερο Βαϊρακτάρης32 ([b] > [ν]: λόγιος εξελληνισμός) προέρχεται από το κοινό ΝΕ μπαϊρακτάρης "ο σημαιοφόρος" < τουρκ. bayraktar "το ίδιο" 

Μπένος - Μπενάτος, Μπενετάτος, Μπενέτος
Πρόκειται για επών. δημιουργημένο από το ιταλ. βαφτιστικό Benedetto (= Βενέδικτος) με συγκοπή. Πβ. και τα ίδιας ετυμολογικής αρχής: Μπενάτος, Μπενετάτος, Μπενέτος (< βενετ. Beneto, συγκεκομμένος τύπος του Benedetto)35. Μπονιάκος Το επώνυμο προέρχεται από το αλβ. bonjak, -u "ο ορφανός"36. Ας σημειωθεί πως με τη σημασία "ορφανός" σχηματίζονται ταυτόσημα επών. με λεξιλογικά στοιχεία διάφορων γλωσσών της Βαλκανικής: πβ. το ελλην. Ορφανός (και Ορφανάκος, Ορφανίδης, Ορφανάκης, Ορφανόπουλος κλπ.), τα σλαβ. (από το προσηγ. siru "ορφανός"37): Siraku, Sirotan, Sirota, Siroslawκλπ.38, τα σλαβ. αρχής ελληνικά Σιράκος (και Συράκος) κλπ., τα τουρκ. προέλευσης Γετήμ, Γετίμης κλπ. (< τουρκ. yetim "ορφανός", λ. η οποία απαντά ως δάνειο και στην αλβ. με τον τύπο jetim) κλπ. 

Νικολός
Το επώνυμο προέρχεται από το βαφτιστικό Νικολός39 κι αυτό από το βαφτιστικό Νικολής. Ο μετασχηματισμός του βαφτιστικό Νικολής σε Νικολός αναλογικά προς τα σε -ός επίθ. αντί των επιθ. της ΑΕ σε -ης: ακριβής - ακριβός. συμμιγής - σμιγός, ψευδής - τσευδός κλπ. Το Νικολής από το Νικόλαος και την κατάλ. -ής με την οποία σχηματίζονται χαϊδευτικά βαφτιστικά (π.χ. Γιωργής, Θοδωρής, Παυλής, Στεφανής κλπ.), κατάλ. που προέρχεται από ουδ. υποκορ. σε -ί (π.χ. Γιωργί, Θοδωρί, Παυλί, Στεφανί κλπ.)40. 

Παπαγεωργίου Παπαθεοδώρου Παπανικολάου 
Πρόκειται για τρία σύνθετα επών. με α' συνθετ. το πρόθημα41 παπα42 και τα πατρωνυμικά επών. Γεωργίου, Θεοδώρου, Νικολάου ως β' συνθετικά.
 Τζουμάκας
 Το επώνυμο σχετίζεται με τα Ηπειρωτ. τζουμάκ', το "μακρύ ραβδί // το ειδικό ρόπαλο που στηρίζουν τα κουδούνια τα παιδιά που τραγουδούν τα τραγούδια του Λαζάρου", τζομάκης, ο "ο χοντροκέφαλος" και τζομάκα, η "Ο στάχυς του καλαμποκιού"• πβ. και ρ. τζουμακιάζω "ξυλοδέρνω"43.
 Ο σχηματισμός του επών. από τις σημασίες "χοντροκέφαλος" ← "ρόπαλο, ξύλο". Πρόκειται για δάνειο από το τουρκ. comak "ρόπαλο, μπαστούνι", λ. η οποία πέρασε στις περισσότερες γλώσσες της ΝΑ Ευρώπης μέχρι και τα ρωσικά44. Έτσι έχουμε τα αρομ. ciumag (ουδ.), ciumaga (θηλ.) "μπαστούνι, μαγκούρα"45, το ρουμ. ciomag "ρόπαλο, μπαστούνι"46, τα αλβ. comak και comage "(μεγάλη) ποιμενική ράβδος"47 κλπ. Λιγότερο πιθανή η προέλευση του επων. 

Τζουμάκας - Τζούμας 
+ τη μεγεθ. κατάλ. -άκας η οποία χρησιμοποιείται και στα ανθρωπωνύμια: π.χ. Αντωνάκας, (Α)ποστολάκας, Γεωργάκας Δημητράκας, Σιαφάκας: κλπ.48. Το επώνυμο Τζούμας από το Ηπειρωτ. τσ'ούμα, η "κορυφή βουνού // πέτρινο γουδί" με ηχηροποίηση του [ts] σε [dž] στη συμπροφορά με το [-n] του άρθρου στην αιτιατική. Πβ. και τη γνωστή φρ. "ντιπ τζούμας είσι" που λέγεται για ισχυρογνώμονες και κουτούς ανθρώπους49. 

Τσιάντας 
Το επώνυμο, που φαινομενικά παραπέμπει στο κοινό Ν Ε τσάντα, η (< τουρκ. ςαηtα), δεν θα μπορούσε να αναχθεί στο δάνειο της ελληνικής από την τουρκική για λόγους σημασιολογικούς. Θα ήταν δύσκολο κάποιος να ονομαστεί ως "σάκκος, π.χ. κυρίας, μαθητή, κυνηγού κλπ.".
 Γι' αυτό το λόγο Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το βαφτιστικό Τσ(ι)άντα, που είναι συγκεκομμένος τύπος του Αλεξάνδρα50 και να θεωρηθεί μητρωνυμικό κατά το σχήμα: της Τσ(ι)άντας (ο γιος) απ' όπου Τσιάντας.
 1. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 106-107. Πβ. και τα ξένης αρχής προθήματα με τη βοήθεια των οποίων σχηματίζονται σύνθετα επώνυμα.
 Τόσο τα ελληνικής όσο και τα ξένης αρχής προθήματα, εκτός από τη συμβολή τους στο σχηματισμό των σύνθετων επων., σχηματίζουν και απλά επών.: π.χ. 
Σαρής
(< τουρκ. sari "κίτρινος, ξανθός, χλωμός") απ΄ όπου και τα Σαρηκώστας, Σαρηβαλάσης κλπ.

Δελής/Ντελής 
(< τουρκ. deli "τρελός, παλικαράς") απ' όπου τα Δεληγιάννης, Δεληπέτρος, Δελη-στοώροζ κλπ. Πιστεύω πως ακριβώς η ύπαρξη αυτών των απλών επών. συντέλεσε στη δημιουργία των προθημάτων, όπου αρχικά με τα σαρη-/ δελη- κλπ. προσδιοριζόταν ο Κώστας, ο Βαλάσης κλπ. του Σαρή, ο Γιάννης, ο Πέτρος, ο Σταύρος κλπ. Του Δελή κοκ.
 Μπόλης
στο τουρκ. bol "μπόλικος, άφθονος" (βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 71 και Τομπαΐδης, 1990: 125), αφού δεν σχηματίζονται ανθρωπωνύμια από τη λ. στα τουρκικά. 3.Μiklosich, 1970:17 (λ. bolij) Berneker,1924 2:72 (λ. bolbjb) Vasmer, M.Q Russisches etymologisches Worterbuch, τ. 1,105, Heidelberg 1953. 4.Miclosch, 1927:35' Schlimbert, 1978:19' Malingoudis 1981:25.
 5. Αυτό γίνεται και στα προσηγορικά προσδιοριστικά σύνθετα: νερο-πότηρο, κρασο-πότηρο, αγριο-περίστερο, όπου το α' μέρος της σύνθεσης προσδιορίζει ακριβέστερα το β΄ μέρος, που αποτελεί μια γενικότερη έννοια.
 6. Τα επών. είναι πολύ συχνά στην Αθήνα (βλ. ΟΤΕ Αθ.), την αλβ. ποοέλευση των επών.
Μπούρης, Μπούρας 
υποστηρίζει και ο Τριανταφυλλίδης (1982: 78), ενώ παρακάτω (σελ. 80) θεωρεί πως Το επώνυμο Μπούρας προέρχεται από το σλαβ. bura "τρικυμία".
7. Οι παραλλαγές των επών. που παραθέτω περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΟΤΕ Αθηνών.
 8. Βλ. σχετικά τοπν. στου Udolph (1979: 528-529)• πβ. επίσης τοπν. Vrelo (πρώην Τaskinlar) και Βριάλα "πηγή στην Πογδορά" < βουλγ. vrelo (Symeonidis, 2000): 245• Vasmer, 1970:26). 
9. Βλ. Andriotis, 1974: στη λ: Δημητράκος, 1933-1959: στη λ: Κριαράς, 1969- 1997: στη λ.' Ακαδημία Αθηνών 1933-1989: στη λ. 
10. ΟΤΕ Αθ.• ΟΤΕ Θεσσ. 
11. Τριανταφυλλίδης, 1982: 16-17 και 99.
 12. Μπόγκας, 1964:95. 
13. Papahagi, 1974:609. Το δίψηφο gh φωνητικά αποδίδει τον υπερωικό, κλειστό, ηχηρό φθόγγο [g].
 14. Papahagi, 1974:608. 
15. Μκόγκας, 1966:117. 16. Γκίνης, 1998: .185. 17. Meyer, 1891:190-191.
 18. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982:11.
 19. Συναντιέται στους καταλόγους του ΟΤΕ ως εξής: 1 φορά στην Αθήνα, 3 φορές στα Γιάννινα, 1 φορά στην Αρτα.
 20. Βλ. Μηνάς, 1978: 74. Η κατάλ. αυτή, μολονότι συναντιέται στη Θάσο στο σχηματισμό προσηγορικών και ανθρωπωνυμίων, είναι δυνατό να εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές, αφού τα επών. "ταξιδεύουν" μαζί με τους φορείς τους.
 21. Τομπαΐδης, 1990: 132. 
22. Δημητράκος, 1933-1959: στη λ.
23. Βλ. Κατσάνης, Ν.: Ονομαστικό Νυμφαίου (Νέβεσκας), Θεσσαλονίκη 1990, 74. Ντίνας, Κ.: Κοζανίτικα επώνυμα 1759)-1916, Κοζάνη 1995, 131.
24. Και στο βλαχόφωνο Περιβόλι το Ζιώγας χρησιμοποιείται αντί του Γεώργιο: (πληροφορία του συναδέλφου Βασ. Λαΐτσου).
 25. Β. Παπαγεωργίου - Αργ. Πετρονώτης, "Ο πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του" (= Δήμος Κόνιτσας: Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα 1996), 219.
 26. Πβ. και τα επών. -ου σχηματίζονται με το ίδιο πρόθημα: Καραβαγγέλης. Καραβασίλης, Καραγιώργος κλπ.
 27. Το ίδιο βαφτιστικό παρουσιάζεται και στη βουλγαρική ανθρωπωνυμία με τους τύπους Kico, Kico και Kica κατά τον Συμειωνίδη (2001:33) αντί των Kirjakico 
28. Βλ. και σΤο επώνυμο Μπολονάσης. Μια συστηματική συλλογή και εξέταση των σύνθετων ανθρωπωνυμίων θα μπορούσε να δώσει μια πληρέστερη εικόνα για τη θέση του προσδιοριστικού και του προσδιοριζόμενου μέρους.
 29. Το Δήμας ως βαφτιστικό συναντιέται στα βουλγ.με τον τύπο Dima (χαϊδευτικό των Dimitru < href="http://www.zosimaia.gr/MeNuDynamic.asp?menu=6&submenu=17&aID=266">Περιοδικό Οι Ζωσιμάδες, άρθρο του Αναπλ. Καθηγητή του Παν. Ιωαννίνων, Γλωσσολόγου Κώστα Οικονόμου 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ"

Η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας

Ποια είναι η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας;-----Πέρασε καιρός και η γη άρχισε να κατοικείται από ανθρώπους, αφού οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες θεότητες, οι δυνάμεις και οι μορφές του σύμπαντος, οι αρχέγονες παρουσίες της ζωής ένιωθαν αδιάκοπα το κίνητρο του έρωτα και της αναπαραγωγής.---
Αλλά η επιλογή κάποιου μεταξύ των αθανάτων είχε γίνει αυστηρά επιλεκτική. Σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 15,5), οι τοπικοί μύθοι ανέφεραν ότι ο πρώτος άνθρωπος που κατοίκησε την Αργολίδα ήταν ο Φορωνέας, γιος του θεού-ποταμού Ίναχου και της νύμφης Μελίας.
Ο Ίναχος είχε επιλεγεί ως κριτής στη διαμάχη μεταξύ της Ήρας και του Ποσειδώνα για την κατοχή της περιοχής και προφανώς, εκτιμώντας τους συναισθηματικούς δεσμούς της θεάς με τη γη που είχε φιλοξενήσει το πρώτο αγκάλιασμα με τον άντρα της, αποφάσισε υπέρ της.
Από τότε η Ήρα τύγχανε ιδιαίτερης λατρείας στο Άργος. Ο Ποσειδώνας όμως πήρε πολύ άσχημα την αποτυχία που ματαίωνε τις φιλοδοξίες του να κατακτήσει ένα ζωτικό χώρο στη στεριά. Μια ανάλογη ήττα υπέστη και αλλού, όπως μαρτυρεί το πρώτο επεισόδιο της αθηναϊκής μυθολογίας.
Εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως βασιλιά της θάλασσας και όλων των υδάτων, ξέρανε τον Ίναχο και τον κατάντησε ένα χείμαρρο που γεμίζει νερό μόνο την εποχή των βροχών” και η τιμωρία επεκτάθηκε σ” ολόκληρη την περιοχή του Άργους, το οποίο η lλιάδα (Δ, στ. 171) περιγράφει με το επίθετο «πολυδίψιον».
Στο ίδιο εδάφιο, ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Φορωνέας «ο γιος του Ινάχου, συγκέντρωσε πρώτος τους ανθρώπους σε κοινωνικό σύνολο. Πριν οι οικογένειες ζούσαν σποραδικά και μόνες.
Ο τόπος όπου για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν ονομάστηκε Φορωνικόν. Αυτή η ένδοξη πρωτιά συνδυάζεται, στα πλαίσια της γενιάς του, με μια άλλη, εξίσου τιμητική.
Ο Φορωνέας απόκτησε μια κόρη με το όνομα Νιόβη, την οποία δεν πρέπει να συγχέουμε με την ομώνυμη και κακότυχη ηρωίδα που μεταμορφώθηκε σε πέτρα από τον πόνο για το θάνατο των παιδιών της, όπως διαβάσαμε στη μυθολογία της Θήβας.
Η Νιόβη της Αργολίδας δοξάστηκε, όπως αναγνωρίζουν ομόφωνα οι μυθογράφοι, όντας η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας, αφού η μοίρα ήθελε εκείνη η γη να αποτελέσει για την Ήρα την αρχή του καλού και του κακού που έχουν ως αιτία, και για τους θεούς όπως και για τους ανθρώπους, την ηδονή του έρωτα.
Από τη λαμπρή ένωση γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Δεν είναι σαφές αν αυτός έδωσε το όνομά του στην πόλη του Φορωνέα ή αν σ” αυτόν οφείλεται η ίδρυση μιας νέας πόλης. Σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες θεωρούσαν το Άργος την αρχαιότερη πόλη της χώρας τους.
Κόσμησαν αυτό τον ασύγκριτο τίτλο ευγενείας μ” ένα στέμμα από θαυμάσιους μύθους, οι οποίοι αφήνουν να διαφανούν τα γεγονότα που έδωσαν μορφή στον ελληνικό πολιτισμό μέσω των σχέσεων με τους άλλους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου.
Στην lλιάδα οι πολεμιστές της Ελληνικής στρατιάς αποκαλούνται Αχαιοί, αλλά και Αργείοι και Δαναοί, ένα άλλο όνομα το οποίο, όπως θα δούμε, ανήκει στη μυθολογική παράδοση του Άργους.
Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες γι” αυτό το γεγονός. Ίσως όμως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και σ” αυτό τα ίχνη της πανάρχαιης παράδοσης που συνέδεε το Άργος με τις πρώτες εκδηλώσεις της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης στην Ελληνική Γη.
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr  
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας"

Ο έλληνας ευεργέτης της Βιέννης

Με μια συναυλία στη Musikverein της Βιέννης τιμήθηκε η μνήμη του μεγάλου ευεργέτη της και προστάτη των τεχνών Νικολάου Δούμπα----
Ο έλληνας ευεργέτης της Βιέννης 
Εκπρόσωπος του παροιμιώδους «βιεννέζικου πνεύματος», τόσο χαρακτηριστικού της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πρωτεύουσας των Αψβούργων, ο Νικόλαος Δούμπας, έμπορος και επιχειρηματίας, υπήρξε η κατ' εξοχήν φυσιογνωμία της εποχής της Ringstrasse (RingstrassenEpoche), δηλαδή της εποχής, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, κατά την οποία κρημνίζονται τα τείχη που περιέβαλλαν την παλιά Βιέννη και δημιουργείται η μεγάλη περιφερειακή λεωφόρος η οποία ονομάστηκε Ring επειδή κυκλώνει σαν δαχτυλίδι την πόλη. Είναι μια εποχή ανάπτυξης της αυστριακής πρωτεύουσας, η οποία σε λίγο ­ το 1867 ­ θα γίνει η πρωτεύουσα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, και θριάμβου της μεγαλοαστικής τάξης των εμπόρων και των επιχειρηματιών που αναδεικνύουν τη Ringstrasse σε πεδίο ευγενούς ανταγωνισμού, καλαισθησίας, πλούτου και μεγαλείου. Τα μέγαρα του δρόμου αυτού, που σήμερα στεγάζουν τράπεζες, επιχειρήσεις και αντιπροσωπείες πολυτελών αυτοκινήτων, ήταν κάποτε τα ιδιωτικά μέγαρα-κατοικίες των Βιεννέζων της Ringstrassen- Epoche. Ανάμεσά τους και το Μέγαρο του Δούμπα (Dumba-Palais), στον αριθμό 4 της ParkRing, στον πρώτο τομέα της Βιέννης, τον πιο μεγαλοαστικό τομέα της πόλης.
Μέλος του Συλλόγου Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης (Wiener Maennergesang-Verein) από το 1852, πρόεδρός του από το 1865 και από τους ιδρυτές της Musikverein, ο Νικόλαος Δούμπας ήταν το «θέμα» της συναυλίας που έγινε στις 23 Μαρτίου στη μεγάλη αίθουσα της Musikverein, ημέρα του θανάτου του Δούμπα. Το πρόγραμμα, με τον Σύλλογο της Ανδρικής Χορωδίας, την Ορχήστρα των Musikfreunde και διακεκριμένους σολίστ, περιελάμβανε σχεδόν άγνωστα έργα του Σούμπερτ, του Γιόχαν Στράους υιού και του Μπραμς, που είτε ήταν αφιερωμένα στον Δούμπα είτε προήρχοντο από τη μεγάλη συλλογή του αυτογράφων μουσικών έργων. Ο Νικόλαος Δούμπας ήταν μεγάλος συλλέκτης αυτογράφων του Σούμπερτ, φίλος του Στράους και του Μπραμς, αλλά και του Βάγκνερ, φίλος επίσης ­ και προστάτης ­ πολλών καλλιτεχνών της Βιέννης, όπως του ζωγράφου Γκούσταβ Κλιμτ.
Η συναυλία, στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα της Musikverein, όπου μεταξύ των ακροατών ήταν πολλοί Ελληνες από την εύρωστη βιεννέζικη παροικία, άνοιξε συμβολικά με το βαλς του Γιόχαν Στράους «Νέα Βιέννη», για ανδρική χορωδία και πιάνο, σύνθεση τόσο χαρακτηριστική του πνεύματος της RingstrassenEpoche. «Βάλαμε το χέρι βαθιά στην τσέπη και, σαν τον Φοίνικα που αναγεννάται από τις στάχτες του, δημιουργήθηκε η Νέα Βιέννη, η Νέα Βιέννη για μας. Και αν τώρα πολλά μας φαίνονται αλλιώς, μία είναι η πόλη, μία είναι η Βιέννη» λένε οι στίχοι του Γιόζεφ Βάιλ σε αυτό το δοξαστικό και μακρύ βαλς του Στράους. Η σύνθεση μας θύμισε ότι το βαλς είναι βιεννέζικος ρυθμός που σχολιάζει τα πάνω και τα κάτω της βιεννέζικης πατρίδας, τη λάμψη και το σκότος, τον θρίαμβο και την πτώση, ένας χορός που δεν απευθυνόταν στους χαροκόπους των μεγάρων αλλά σε ό,τι έκρυβαν όλοι αυτοί μέσα τους, σε ό,τι έκρυβε μέσα της η Βιέννη.
Πατέρας του Νικολάου ήταν ο Στέργιος Δούμπας (1794-1870), που από το χωριό Μπλέτσι της Μακεδονίας εγκαταστάθηκε το 1817 στη Βιέννη για να δουλέψει ως υπηρέτης και να αναδειχθεί πολύ σύντομα σε μεγάλο έμπορο και επιχειρηματία της πρωτεύουσας των Αψβούργων. Ο Στέργιος υπήρξε μεγάλος ευεργέτης του αυστριακού κράτους αλλά και του νεαρού ελληνικού (από τους ευεργέτες του Εθνικού Πανεπιστημίου) και το πνεύμα της φιλανθρωπίας και της δημόσιας δράσης κληροδότησε αυτούσιο στα παιδιά του. Ο Νικόλαος διακρίθηκε ιδιαίτερα και η Βιέννη οφείλει σε αυτόν όχι μόνο μουσικά χειρόγραφα, κτίρια συναυλιών και μουσικές δομές αλλά και τα κτίρια της Βουλής, του Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, του Δημαρχείου, πολλά αγάλματα και ανδριάντες.
Στο δείπνο που παρέθεσε στις 24 Μαρτίου ο πρεσβευτής μας κ. Γιάννης Γεννηματάς στο κτίριο της πρεσβείας (ένα υπέροχο κτίριο ιστορικιστικού μπαρόκ στην οδό Αργεντινής, πολύ κοντά στη Musikverein), τα μέλη της ελληνικής αποστολής που βρέθηκαν στη Βιέννη, χάρη στην ευγενική πρόσκληση του ραδιοφωνικού σταθμού της Αθήνας Galaxy 92, μπόρεσαν να πάρουν μερικές πληροφορίες για τους Ελληνες της Βιέννης, τις ιστορικές μορφές της κοσμοπολίτικης παροικίας μας, που, αν εξαιρέσουμε τον βαρόνο Σίνα, είναι άγνωστες. Σε αυτό το φιλόξενο ελληνικό σπίτι, αγορασμένο από τον Τσουδερό τη δεκαετία του 1920 για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου, το πνεύμα του Δούμπα ήταν ζωντανό, σπινθηροβόλο, σαν τον ημίγλυκο ελληνικό οίνο που συνόδευε το εξαιρετικό ουγγρικό φουά γκρα με μάνγκο του πρεσβευτικού δείπνου. Ετσι κι αλλιώς ο «μύθος της αυτοκρατορίας» οφείλει πολλά και στους έλληνες υπηκόους του, στον Νικόλαο Δούμπα και στους άλλους.
http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=121062

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "Ο έλληνας ευεργέτης της Βιέννης"

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΕΒΡΑΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

 ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΕΒΡΑΪΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ----
Α
Ἀαρών = ΑΓΝΩΣΤΟΥ(ΙΣΩΣ ΑΥΓΥΠΤΙΑΚΗΣ) ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ
Ἄβελ = ΠΕΝΘΙΜΟΣ (ΟΡΑ ΙΩΣΗΠΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛ. ΒΙΒΛ. Α’ ΑΡ. 52)
Ἀβραάμ = ΠΑΤΗΡ ΠΟΛΛΩΝ ΛΑΩΝ
Ἀδάμ = ΠΥΡΡΟΓΕΝΗΣ (ΙΩΣΗΠΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛ. ΒΙΒΛ. Α’ ΑΡ. 34)
Ἀμπά = ΠΑΤΗΡ
Ἀσέρ = ΕΥΤΥΧΙΟΣ, ΜΑΚΑΡΙΟΣ
Β
Βαρούχ = ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ
Βενιαμίν = (Μπέν – γιαμίν), ΥΙΟΣ ΠΡΟΣΦΙΛΗΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΥΙΟΣ ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ)
Γ
Γαβριήλ = ΘΕΟΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ: ΗΝΔΡΩΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Γάδ = ΑΦΘΟΝΙΑ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ Β’ ΑΡ. 11)
Γιερμιγιά = (ΙΕΡΕΜΙΑΣ) = ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΜΕ ΑΝΕΔΕΙΞΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Γιομτόβ = ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ
Γιοχανάν = (ΙΩΑΝΝΗΣ) = ΘΕΟΧΑΡΙΣΤΟΣ
Δ
Δαυίδ = ΑΓΑΠΗΤΟΣ (Η ΕΒΡΑΪΚΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ)
Δάν = Ο ΚΡΙΘΕΙΣ
Δανιήλ = ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΜΕ ΕΚΡΙΝΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Δεβόρα = ΜΕΛΙΣΣΑ
Ε
Ἐζρά = ΒΟΗΘΟΣ
Ἐλαζάρ = (Ἒλ - αζάρ) = ΘΕΟΒΟΗΘΗΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΜΕ ΕΒΟΗΘΗΣΕΝ)
Ἐλιέζερ = (Ἐλί - ἔζερ) = Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ ΒΟΗΘΟΣ
Ἐλκανά = ΘΕΟΑΓΟΡΑΣΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : Ο ΘΕΟΣ ΕΞΗΓΟΡΑΣΕ)
Ἐμανουήλ = (Ἳμ - ἄνου - Ἒλ) = ΜΑΖΙ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ
Ἐσθήρ = (Ἐστέρ) = ΑΣΤΡΟΝ (ΑΣΤΕΡΩ)
Ζ
Ζαβουλών = Ο ΠΡΟΙΚΙΣΘΕΙΣ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ. Λ’ ΑΡ. 30)
Ζαδίκ = ΔΙΚΑΙΟΣ
Η
Ἠλίας = (Ἐλί – Γιά) = Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ ΘΕΟΣ
Θ
Θάμαρ = (Τάμαρ) = ΦΟΙΝΙΞ
Ι
Ἰακώβ = ΠΤΕΡΝΙΣΤΗΣ
Ἰσαάκ = ΓΕΛΑΣΤΟΣ
Ἰσάχαρ = Ο ΑΝΤΑΜΕΙΦΘΕΙΣ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ. Λ’ ΑΡ.24)
Ἰσραέλ – (Ἰσρά - Ἒλ) = ΘΕΟΔΥΝΑΜΟΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΕΝΕΔΥΝΑΜΩΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Ἰωσαφάτ = (Γιό – σσαφάτ) = ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : Ο ΘΕΟΣ ΕΚΡΙΝΕ)
Ἰωσήφ = ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ Λ’ ΑΡ. 24)
Κ
Κάϊν = ΑΠΟΚΤΗΜΑ (ΟΡΑ ΙΩΣΗΠΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛ. ΒΙΒΛ. Α’ ΑΡΙΘΜ. 52)
Κοέν = ΙΕΡΕΥΣ
Λ
Λεά = Η ΑΠΗΥΔΙΣΜΕΝΗ , Η ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ
Λεβῆ = ΒΟΗΘΟΣ ΙΕΡΕΥΣ

Μ
Μαζαλτώβ = ΕΥΤΥΧΙΑ
Μαλκά = ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Μαλλάχ = ΑΓΓΕΛΟΣ
Ματαθίας = θεοδωρος
Μαριάμ = (ΜΥΡΙΑΜ) = ΠΟΘΗΤΗ, ΕΠΙΘΥΜΗΤΗ
Μεγήρ = ΦΩΤΕΙΝΟΣ
Μενασσέ = ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΣ (ΟΡΑ ΙΩΣΗΠΟΥ ΙΟΥΔ. ΑΡΧ. ΒΙΒΛ. Β’ ΑΡΙΘ.92)
Μεναχέμ = ΠΑΡΗΓΟΡΟΣ
Μιχαέλ = (ΜΙ-ΚΑ-ΕΛ) = ΘΕΟΜΟΙΑΣΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΠΟΙΟΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ)
Μορδοχάϊ = ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΡΔΟΥΚ (ΟΝΟΜΑ ΘΕΟΥ ΤΩΝ ΒΑΒΥΛΩΝΙΩΝ, ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΗΜΑΣΙΑΣ)
Μωυσῆς = (Μωσσέ) = ΥΔΑΤΟΣΩΣΤΟΣ
Ν
Ναχούμ = ΠΑΡΗΓΟΡΗΘΕΙΣ
Νεφταλί = ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ Δ’ ΑΡΙΘ. 8)
Νεχεμιά = (Ναχάμ – γιά) = ΘΕΟΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΕΠΑΡΗΓΟΡΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Νησίμ – ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ (νές = ΘΑΥΜΑ, ΠΛΗΘ. νησίμ)
Ο
Ὀβαδίας = (Ὀβάδ – Γιά) = ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ
Ρ
Ραφαέλ = (Ραφά - Ἒλ) = ΘΕΟΣΩΣΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΕΘΕΡΑΠΕΥΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ)
Ραχήλ = ΑΜΝΑΣ (ΠΡΟΒΑΤΙΝΑ ΜΗ ΓΕΝΝΗΣΑΣΑ)
Ρεβέκα = (Ρίβκα) = ΑΓΝΩΣΤΟΥ (ΙΣΩΣ ΑΡΑΜΑϊΚΗΣ) ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ
Ρεουμπέν = (ρεού – μπέν) ΕΙΔΟΝ ΤΟΝ ΥΙΟΝ
Ρούθ = (Ρούτ) = ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ
Σ
Σαλομών = ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ
Σαμουέλ = ΘΕΟΑΚΟΥΣΤΟΣ (ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ : ΗΚΟΥΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ)
Σαμπετάϊ = ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟΣ
Σάρρα = ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ , ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ
Σαούλ = Ο ΕΡΩΤΗΘΕΙΣ, Ο ΑΝΑΖΗΤΗΘΕΙΣ (ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ)
Σιαλώμ = ΕΙΡΗΝΗ
Σεμτώβ = (Σμέμ – τόβ) = ΚΑΛΩΝΥΜΟΣ
Σίμσσι = (SIMSHI) = ΟΥΡΑΝΙΟΣ (ΑΠΟ ΤΟ SHEMESH = ΟΥΡΑΝΟΣ)
Σιμχά = ΧΑΡΑ, ΧΑΡΙΣ
Σαμσών = (SHIMSHON) = ΜΙΚΡΟΣ ΗΛΙΟΣ
Συμεών = ANTAΛΛΑΓΜΑ ΜΙΣΟΥΣ (ΟΡΑ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΕΦ. Κ΄ΑΡ. 33)
Τ
Τόβα = ΚΑΛΗ, ΑΓΑΘΗ
Χ
Χάβα = (ΕΥΑ) = ΜΗΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ (ΟΡΑ ΙΩΣΗΠΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛ. ΒΙΒΛ. Α΄ΑΡ.36)
Χαῒμ = ΖΗΣΙΜΟΣ



eothetis.blogspot.com

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΕΒΡΑΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ"
Related Posts with Thumbnails