Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ - ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ - ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ - ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΜΑΘΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΑΠΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ:-----

ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΠΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ---
 Σωφρόνης Χατζησαββίδης---
  1. Η ελληνική γλώσσα και ο γλωσσικός δανεισμός----
Θα αποτελούσε κοινοτοπία να υποστηριχθεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός, τουλάχιστον τους τελευταίους αιώνες, ενέχει στοιχεία τόσο από πολιτισμούς της Ανατολής όσο και της Δύσης. Πρόκειται για μια πραγματικότητα, η οποία γίνεται εμφανής στην καθημερινή ζωή και στη συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτών, καθώς επίσης και στη νεοελληνική Τέχνη, στη θρησκευτική λατρεία και σε μια σωρεία άλλων εκδηλώσεων. Η τεκμηρίωση όμως αυτών των εμφανώς διακριτών στοιχείων προϋποθέτει, εκτός της ερευνητικής διαδικασίας, και τη γνώση ανάλογων πολιτισμικών στοιχείων προερχομένων από τους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης, κάτι που δεν είναι πάντα εφικτό.
Ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό στοιχείο, στο οποίο μπορούν να διερευνηθούν δάνεια στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, είναι η γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα ομιλήθηκε και ομιλείται από εκατομμύρια ανθρώπους σε μια χρονική διάρκεια που ξεπερνά τις τρεις χιλιετίες. Μέσα σ΄ αυτήν τη χρονική περίοδο οι ομιλητές της ήρθαν σε επαφή, είτε ως κατακτητές είτε ως κατακτημένοι είτε ως έμποροι είτε ως διανοούμενοι είτε απλώς ως αποδέκτες μιας διαφορετικότητας, με διάφορους πολιτισμούς τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής. Ήταν φυσικό λοιπόν η ελληνική γλώσσα να “μπολιαστεί” και με στοιχεία των άλλων γλωσσών, με τις οποίες οι ομιλητές της ήρθαν και έρχονται σε επαφή. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται στη Γλωσσολογία δανεισμός· η ίδια όμως ονομασία δίνεται και στη διαδικασία με την οποία ένα γλωσσικό στοιχείο περνά από τη μια γλώσσα στην άλλη. Ανεξάρτητα πάντως από την ονομασία που δίνεται, ο δανεισμός αποτελούσε και αποτελεί και σήμερα ένα φυσιολογικότατο στοιχείο εμπλουτισμού και ανανέωσης της γλώσσας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βάση για υφολογικές διαφοροποιήσεις. Ο δανεισμός μπορεί να αφορά όλα τα επίπεδα της γλώσσας: το φωνητικό, το φωνολογικό, το μορφολογικό, το συντακτικό, το σημασιολογικό και ιδιαίτερα το λεξιλογικό. Ο δανεισμός, σύμφωνα με το μοντέλο του Betz, διακρίνεται σε εξωτερικό και εσωτερικό.
Μετά από όλα αυτά τα προκαταρκτικά, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε -χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο δημοσιευμένες έρευνες γλωσσολόγων-τα δάνεια στοιχεία που δέχτηκε η ελληνική γλώσσα από γλώσσες της Ανατολής και της Δύσης και θα κλείσουμε με τη σημερινή κατάσταση του γλωσσικού δανεισμού της ελληνικής.

  1. Γλωσσικά δάνεια της ελληνικής

2. 1. Δάνεια από ανατολικές γλώσσες
Οι Έλληνες ήρθαν από πολύ νωρίς σε επαφή με λαούς που ζούσαν στην Ασία και στη βορειοανατολική Αφρική. Ιδίως τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες, λόγω της τεράστιας εξάπλωσης του ελληνισμού σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της ασιατικής και της αφρικανικής ηπείρου, η ελληνική γλώσσα δανείστηκε αρκετές λέξεις από την εβραϊκή, τη σημιτική, την περσική και την αιγυπτιακή γλώσσα και παλαιότερα από τη γλώσσα των Φοινίκων, πολλές από τις οποίες στη συνέχεια έπαψαν να χρησιμοποιούνται ή αφομοιώθηκαν πλήρως από το φωνολογικό και μορφολογικό σύστημα της ελληνικής. Μετά το 15ο αι. η επίδραση της τουρκικής, λόγω της τουρκικής κατάκτησης και της μακρόχρονης συμβίωσης των Ελλήνων με τους Τούρκους, υπήρξε δραστική στην ελληνική γλώσσα και έδωσε στη νέα ελληνική ένα μεγάλο αριθμό γλωσσικών δανείων. Πηγή μικρής έκτασης δανεισμού υπήρξε τους τελευταίους αιώνες και η ρομανές.

2.1.1 Δάνεια από την τουρκική
Η τουρκική γλώσσα δάνεισε στην ελληνική πάρα πολλά γλωσσικά στοιχεία, τα περισσότερα από τα οποία έχουν προσαρμοστεί σήμερα στη φωνητική και τη μορφολογία της ελληνικής.
Στον τομέα της Φωνητικής παραμένουν ορισμένοι φθόγγοι, κυρίως σε διαλέκτους της νεοελληνικής, όπως είναι η ποντιακή και η καππαδοκική. Στην ποντιακή διατηρούνται από μεγάλης ηλικίας ομιλητές το κλειστό πισινό φωνήεν της τουρκικής [µ ] και το κλειστό μπροστινό φωνήεν της τουρκικής [y], καθώς και η σειρά των δασέων κλειστών συμφώνων. Οι ίδιοι φωνηεντικοί φθόγγοι υφίστανται και στην καππαδοκική, σε μερικά ιδιώματα μάλιστα της οποίας εφαρμόζεται και η “αρμονία φωνηέντων”.
Στον τομέα της Μορφολογίας η τουρκική δάνεισε στην ελληνική ορισμένα επιθήματα, από τα οποία επιβιώνουν στη σημερινή ελληνική τα εξής: α) -λης (τουρκ. -li/lι), π.χ. παραλής, μουστακαλής, προυσαλής, β) -τζης (τουρκ. -ci/cι), π.χ. τενεκετζής, ταξιτζής, κουλουρτζής, γ) -λίκι (τουρκ. -lik/lιk), π.χ. χαρτζιλίκι, δασκαλίκι, προεδριλίκι.
Στον τομέα της Σύνταξης η επίδραση της τουρκικής, λόγω προφανώς της εντελώς διαφορετικής συντακτικής δομής των δύο γλωσσών, υπήρξε μηδαμινή. Εκείνο που δανείστηκε η ελληνική από την τουρκική είναι ορισμένες φράσεις, των οποίων οι ελληνικές εκδοχές αποτελούν στη σημερινή ελληνική στερεότυπες εκφράσεις, όπως οι παρακάτω: βάζω στο χέρι ... (τουρκ. ele geç irmek), έρχεται στο κεφάλι μου ... (τουρκ. bas ιna gelior), πάτησε πόδι (τουρκ. ayak diredi), έμεινε στη μέση (τουρκ. yarιda kaldι), βρίσκω τον μπελά μου (τουρκ. belâ sι bulmak).
Στον τομέα του Λεξιλογίου τα δάνεια της ελληνικής από την τουρκική είναι πάρα πολλά. Αυτά ανήκουν κυρίως στους εξής τομείς: α) μαγειρική (γιαλαντζί, κεφτές, μεζές, ντοντουρμάς, μπουγάτσα, κεμπάπ) , β) ενδυμασία και επίπλωση (γιακάς, σοφάς, σόμπα, τσέπη, μαγκάλι, ντιβάνι), γ) αντικείμενα καθημερινής χρήσης (φλιτζάνι, τσακμάκι, καπάκι, τσάντα), δ) ιδιότητες ανθρώπων (καραβανάς, μανάβης, μουσαφίρης, νταγλαράς, τσοπάνος, νταντά, γουρσούζης, μπεκρής). Τέλος πάρα πολλά επώνυμα Ελλήνων πολιτών αποτελούν κατασκευές λέξεων τουρκικής προέλευσης, όπως π.χ. ΚάλφαςΣεφέρης
Βουδούρης

2.1.2. Δάνεια από τη ρομανές (τσιγγάνικα)
Η ρομανές (ή ρομανί) είναι η γλώσσα που μιλούν οι Ρομ (Τσιγγάνοι και Γύφτοι) σε όλη την υφήλιο. Οι διάφοροι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ρομανές που μιλούν σήμερα οι Ρομ προέρχονται κατά βάση από τα σανσκριτικά και ορισμένες γλώσσες της βόρειας Ινδίας (παντζάμπι, χίντι, νεπάλι κ. ά.)· πρόκειται, δηλαδή, στην ουσία για μια ανατολική γλώσσα, η οποία λόγω της μακρόχρονης συμβίωσής των ομιλητών της με άλλους λαούς δανείστηκε πολλά γλωσσικά στοιχεία από τις γλώσσες των λαών αυτών, αλλά και δάνεισε επίσης αρκετά γλωσσικά στοιχεία.
Στον τομέα της Φωνητικής και της Φωνολογίας οι επιδράσεις- αν μπορούμε να τις ονομάσουμε επιδράσεις- γίνονται εμφανείς στο λεγόμενο “γύφτικο ύφος”, το γλωσσικό δηλαδή ύφος που χρησιμοποιούν ορισμένες φορές ομιλητές της νέας ελληνικής για χιουμοριστικούς και περιπαικτικούς λόγους. Το ύφος αυτό συνίσταται στην εκφορά προφορικού λόγου της νεοελληνικής με μετατροπή των συμφωνικών φθόγγων της νέας ελληνικής [δ], [θ], [γ], [j] σε [d], [th], [g] και [ï ] αντίστοιχα και των φωνηεντικών φθόγγων [e] και [ο], όταν βρίσκονται σε άτονη θέση, σε [i] και [u].
Στον τομέα του Λεξιλογίου δέχτηκαν έντονη επίδραση από τη ρομανές οι συνθηματικές γλώσσες και τα περιθωριακά ιδιώματα της νέας ελληνικής (αργκό, καλιαρντά), ενώ η κοινή νέα ελληνική δανείστηκε έναν περιορισμένο αριθμό λέξεων, τα οποία μάλιστα χρησιμοποιούνται ως επί το πλείστον από ορισμένες ομάδες ομιλητών στον καθημερινό προφορικό λόγο. Ιδιαίτερα στα καλιαρντά (ιδίωμα των ομοφυλόφιλων της Ελλάδας, το λεξιλόγιο του οποίου κατέγραψε ο Ηλ. Πετρόπουλος) ένας αριθμός λέξεων και φράσεων, που φτάνει σε ποσοστό περίπου το 15% του συνόλου των καταγραμμένων λέξεων και φράσεων, προέρχονται από τη ρομανές. Ειδικά στην κοινή νέα ελληνική πέρασε ένας μικρός αριθμός λέξεων και φράσεων, ορισμένες από τις οποίες παρατίθενται παρακάτω:
πουρό, πουρή, πουρός, πούρεψα από τη λέξη της ρομανές [puró ] ή [phuró ]=γέρος
τζαστός, τζάσε, θα τζάσω, να τζάσω; από τη λέξη της ρομανές [dzav] ή [dZ av]=φεύγω
χάφτω, το έχαψα, θα το χάψει από τη λέξη της ρομανές [xav]=τρώω
μπουτ από τη λέξη της ρομανές [but]=πολύ
Όλα τα γλωσσικά δάνεια από τη ρομανές που αναφέρθηκαν φαίνεται ότι είναι πρόσφατα. Πιθανόν όμως να υπήρχαν και σε παλαιότερες περιόδους της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, κάτι που δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί.

2.1.3. Δάνεια από την αραβική και περσική
Η σημερινή νέα ελληνική περιέχει ένα μικρό αριθμό γλωσσικών δανείων από την αραβική και περσική γλώσσα. Τα δάνεια αυτά αφορούν αποκλειστικά τον τομέα του λεξιλογίου, και εκείνο που θεωρείται επιστημονικά το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότερες από τις λέξεις αυτές πέρασαν στη νέα ελληνική μέσω της τουρκικής, η οποία περιέχει μεγάλο αριθμό δάνειων λέξεων από την περσική και την αραβική, και στα νεότερα χρόνια μέσω ευρωπαϊκών γλωσσών, όπως της γαλλικής και της ισπανικής. Ορισμένες από τις λέξεις που είναι πολύ πιθανόν ότι πέρασαν στην ελληνική κατά τα βυζαντινά χρόνια (πριν από την τουρκική κατάκτηση) είναι οι παρακάτω: αραβικής προέλευσης: αμιράς, δράμι, ζάρι, καραβάνι, Κοράνιο - περσικής προέλευσης: αγγαρεία και ταφτάς.

Οι περσικές και αραβικές λέξεις που είναι βέβαιο ότι πέρασαν μέσω της τουρκικής ή και μέσω ευρωπαϊκών γλωσσών στη σημερινή νέα ελληνική και τις διαλέκτους της είναι πολύ περισσότερες από τις προηγούμενες. Αναφέρω ορισμένες από τις πιο κοινές στη χρήση τους: άλγεβρα, αλκαλικός, αμιράς, ζενίθ, καραβάνι, μιναρές, μαγαζί, παζάρι τσόφλι, χασίσι, χημεία (αραβικές), αχούρι, ντιβάνι, μπόλικος, παπούτσι, τραχανάς (περσικές.).

2.1.4. Δάνεια από άλλες ανατολικές γλώσσες.
Άλλες γλώσσες της Ανατολής που έδωσαν έναν περιορισμένο αριθμό λεξιλογικών δανείων είναι η εβραϊκή, οι γλώσσες της Ινδίας και πολύ λίγες λέξεις έδωσαν η κινεζική και η ιαπωνική. Εβραϊκής προέλευσης είναι οι λέξεις βερζεβούλης, Σάββατο, σατανάς και πολλές λέξεις της εκκλησίας (αλληλούια, αμήν, χερουβείμ κτλ.), καθώς και κύρια ονόματα (Ιωάννης, Μαρία κτλ.), ινδικής προέλευσης θεωρούνται οι λέξεις γιόγκα, ζούγκλα, μαχαραγιάς, παγόδα, πιτζάμα, ιαπωνικής οι λέξεις κιμονό και χαρακίρι και κινεζικής οι λέξεις τσάι και μανδαρίνος. Εδώ θα πρέπει να προστεθούν και ορισμένες ρωσικής προέλευσης λέξεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρέως στη νέα ελληνική και τις διαλέκτους της, όπως μαζούτ, μπολσεβίκος, προβοκάτσια, τσάρος, φράξια κτλ..

Οι εβραϊκής προέλευσης λέξεις πέρασαν στην ελληνική την περίοδο των πρώτων χριστιανικών χρόνων και διατηρήθηκαν κυρίως μέσω της γλώσσας της χριστιανικής εκκλησίας, ενώ οι δάνειες λέξεις ινδικής, ιαπωνικής και κινεζικής προέλευσης πέρασαν τα νεότερα χρόνια και αποκλειστικά σχεδόν μέσω των ευρωπαϊκών γλωσσών. Ένα μέρος των λέξεων ρωσικής προέλευσης πέρασε στην ελληνική το 19ο αι., λόγω της επαφής και τω σχέσεων των Ελλήνων με την τσαρική Ρωσία, ενώ ένα άλλο μέρος λέξεων που συνδέεται με το κομμουνιστικό καθεστώς πέρασε στη νέα ελληνική κυρίως την περίοδο του μεσοπολέμου και αργότερα.

  1. 2. Δάνεια από δυτικές γλώσσες

Παρακάτω θα δούμε τα δάνεια που δέχτηκε η ελληνική γλώσσα από τις γλώσσες των λαών που ζούσαν και ζουν στη δυτική Ευρώπη και στην Αμερική. Η διαδικασία του γλωσσικού δανεισμού από δυτικές γλώσσες αρχίζει ήδη από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι κατακτητές καταλαμβάνουν τα ελληνιστικά κράτη. Η παραμονή των Ρωμαίων ήταν μακρόχρονη και η λατινική γλώσσα έγινε, με την πάροδο των χρόνων, γλώσσα της διοίκησης του απέραντου ρωμαϊκού κράτους και αργότερα του βυζαντινού κράτους. Από το 16ο έως το 19ο αι., περίοδος της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, η μόνη δυτική γλώσσα που ασκεί κάποια επίδραση στη νέα ελληνική είναι η βενετσιάνικη. Μετά την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους και μέχρι σχεδόν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η κυρίαρχη στην Ευρώπη γαλλική γλώσσα αφήνει πολλά ίχνη στη νέα ελληνική και πολύ λιγότερα η ιταλική. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες η αγγλοαμερικανική είναι αυτή η οποία αποτελεί την κύρια πηγή δανεισμού της νέας ελληνικής. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί και η διαφορά στη διαδικασία εισαγωγής των δανείων ανάμεσα στην περίοδο μέχρι το 19ο αι. και την περίοδο από το 19ο αι. έως σήμερα. Ενώ, δηλαδή, παλαιότερα ο γλωσσικός δανεισμός ήταν το αποτέλεσμα που προέκυπτε από την αναγκαστική διγλωσσία, στην οποία βρίσκονταν οι ομιλητές της ελληνικής (ελληνικά-τουρκικά, ελληνικά-λατινικά), τα τελευταία 150-180 χρόνια ο γλωσσικός δανεισμός είναι το αποτέλεσμα της πολιτισμικής και κοινωνικοοικονομικής υπεροχής κάποιων κρατών έναντι της Ελλάδας, που επιφέρει αυτόματα και γλωσσική υπεροχή. Η διαδικασία αυτή διευκολύνεται και από άλλους παράγοντες, όπως είναι η δημιουργία εθνικών κρατών και η υιοθέτηση επίσημων εθνικών γλωσσών, η ανάπτυξη των συγκοινωνιακών μέσων και πιο πρόσφατα η ανάπτυξη των Μ.Μ.Ε.

2.2.1. Δάνεια από την αγγλοαμερικανική
Οι σχέσεις της ελληνικής με την αγγλική γλώσσα αρχίζουν ήδη από τα τέλη του 18ου αι. με τους Άγγλους περιηγητές, οι οποίοι επισκέπτονται την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, και συνεχίζονται και κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 με τους Άγγλους φιλέλληνες αλλά και μετά από αυτήν, μέσω της επιρροής που ασκούσε η αγγλική εξάπλωση τόσο με τις αποικίες όσο και με τα νέα πρότυπα που δημιούργησε η βασικά αγγλικής προέλευσης βιομηχανική επανάσταση. Ο γλωσσικός δανεισμός όμως της ελληνικής από την αγγλική υπήρξε τότε μηδαμινός. Ο αριθμός των γλωσσικών δανείων από την αγγλική μεγαλώνει κάπως στις αρχές του 20ου αι. με τη διάδοση του ποδοσφαίρου και των ειδικών όρων που το συνοδεύουν (γκολ, κόρνερ, σέντερ φορ κτλ.), αλλά και με την αθρόα μετανάστευση Ελλήνων στις Η.Π.Α. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η επίδραση της αγγλοαμερικανικής στη νέα ελληνική αυξάνεται συνεχώς λόγω των φιλικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Η.Π.Α. σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Έτσι, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται στην Ελλάδα μια αθρόα εισαγωγή επιστημονικών, πολιτιστικών και ιδεολογικών προϊόντων αγγλοαμερικανικής προέλευσης, άγνωστων στους Έλληνες, τα οποία εισάγονται επενδυμένα με την ορολογία της γλώσσας στην οποία γεννήθηκαν και εισάγονται χωρίς γλωσσικό φιλτράρισμα (προσαρμογή) στην ελληνική γλώσσα. Εκείνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε στη σημερινή ελληνική γλώσσα, είναι ένα διπλό στρώμα αγγλοαμερικανικών γλωσσικών δανείων: το ένα που προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την αγγλική αφορά δάνειες λέξεις που εισήλθαν πριν από την πολιτικοοικονομική ανάπτυξη των Η.Π.Α.· το δεύτερο, που προέρχεται κυρίως από την αγγλική εκδοχή που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί, αφορά γλωσσικά δάνεια που εισήλθαν και εισέρχονται στην ελληνική γλώσσα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είναι πολύ περισσότερα από τα αντίστοιχα δάνεια του πρώτου στρώματος. Παραδείγματα του πρώτου στρώματος δάνειων λέξεων από την αγγλική που επιβιώνουν στη σημερινή ελληνική γλώσσα είναι οι λέξεις γκολ<goal, γιοτ κ. ά. , ενώ του δεύτερου στρώματος που προέρχονται από την αγγλοαμερικανική είναι οι λέξεις κόμικςκ.ά.
Στον τομέα της Φωνητικής και της Φωνολογίας η επίδραση της αγγλοαμερικανικής είναι ανύπαρκτη, αν εξαιρέσει κανείς την επιλογή ορισμένων ομιλητών της νέας ελληνικής, οι οποίοι για λόγους αστεϊσμού ή για λόγους που σχετίζονται με ένα προσποιητό ύφος Αμερικανού ομιλητή της ελληνικής χρησιμοποιούν φθόγγους της αγγλοαμερικανικής.
Στον τομέα της Μορφολογίας και της Σύνταξης παρουσιάζονται ορισμένες φορές στον προφορικό και στο γραπτό λόγο ομιλητών της ελληνικής, οι οποίοι έζησαν και σπούδασαν σε αγγλόφωνες χώρες, περιορισμένης έκτασης παρεμβολές (interferences), οι οποίες όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν δάνεια.
Στον τομέα του Λεξιλογίου ο δανεισμός αφορά όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα όμως η νέα ελληνική έχει δανειστεί λέξεις στους εξής τομείς: α) αθλητισμός (π.χ. βόλεϊ, μπάσκετ, πόλο, ράλι, σέρφιγκ, χόκεϊ, γκολ, κόρνερ, ταϊμάουτ, ματς, πέναλτι, σκορ, σπορ κτλ.), β) τεχνολογία (ερ κοντίσιον, κάμερα, όφσετ, ραντάρ, σκάνερ, φαξ, τζιπ, τόνερ, τούνελ, κομπιούτερ, μόνιτορ κτλ.), γ) μόδα (λουκ, πουλόβερ, τζάκετ, μίνι, μάξι, νάιλον, τρενσκότ κτλ.), δ) τέχνη και διασκέδαση (γουέστερν, θρίλερ, κλόουν, μιούζικαλ, μπλουζ, ντραμς, ποπ, σίριαλ, σκετς, στέρεο, χιούμορ, χόμπι κτλ.), ε) οικονομία (εμπάργκο, σπόνσορας, στοκ, τράνζιτ, τσεκ κτλ.)
Εκτός από τις δάνειες λέξεις, η νέα ελληνική έχει πάρει από την αγγλοαμερικανική ένα μεγάλο αριθμό στερεοτύπων εκφράσεων, ορισμένες από τις οποίες είναι οι παρακάτω: αγώνες καλής θελήσεως


2.2.2. Δάνεια από τη γαλλική
Οι σχέσεις των Γάλλων με τους Έλληνες αναπτύχθηκαν κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, όταν η πνευματική ζωή της Γαλλίας έγινε πηγή άντλησης φιλελεύθερων ιδεών από τους Έλληνες διανοούμενους. Η Γαλλία, και ιδιαίτερα το Παρίσι, έγινε κατά το 18ο ,αλλά πολύ περισσότερο το 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αι., πόλος έλξης των Ελλήνων λογίων. Η απελευθέρωση του 1821 και η επακολουθήσασα ίδρυση του νεοελληνικού κράτους συνέπεσε με την κυριαρχία της γαλλικής γλώσσας σε διεθνές επίπεδο, με αποτέλεσμα η διαμορφούμενη επίσημη κρατική ελληνική γλώσσα να δανειστεί γλωσσικά στοιχεία από τη γαλλική για να επενδύσει έννοιες και αντικείμενα του υλικού πολιτισμού, για τα οποία η αρχαία ελληνική δε διέθετε αντίστοιχους όρους. Έτσι, καταρχήν η εισβολή δανείων από τη γαλλική έγινε για εξυπηρέτηση κάποιων αναγκών επικοινωνίας. Παράλληλα όμως, λόγω του κύρους που συνόδευε τη γαλλική το 19ο αι., έγινε η δεύτερη γλώσσα των μορφωμένων, η μοναδική διδασκόμενη ξένη γλώσσα στα ελληνικά σχολεία μέχρι και τη δεκαετία του 1950 και η γλώσσα των “σαλονιών”, η γλώσσα δηλαδή που προσέδιδε κύρος σε όσους τη μιλούσαν. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διεθνείς πολιτικοοικονομικές συνθήκες μείωσαν την κυριαρχία της γαλλικής ως διεθνούς γλώσσας. Στα πλαίσια αυτά μειώθηκε και η επίδρασή της στη νέα ελληνική προς όφελος της αγγλοαμερικανικής. Σήμερα τα δάνεια που δέχεται η νέα ελληνική από τη γαλλική είναι πολύ περιορισμένα και αφορούν πολύ ειδικούς τομείς.
Στον τομέα της Φωνητικής και της Φωνολογίας η γαλλική δεν επηρέασε το φωνητικό και φωνολογικό σύστημα της ελληνικής. Από ορισμένους ομιλητές, γνώστες της γαλλικής χρησιμοποιούνται κατά την εκφορά γαλλικής προέλευσης λέξεων τις οποίες δανείστηκε η ελληνική, φθόγγοι του γαλλικού φωνητικού συστήματος, π.χ. μπλεÞ μπλO , γκαράζÞ γκαράZ . Οπωσδήποτε αυτά τα περιθωριακά φαινόμενα δε δίνουν τη δυνατότητα να μιλήσουμε για δανεισμό της ελληνικής φωνητικών στοιχείων από τη γαλλική.
Στον τομέα της Μορφολογίας η γαλλική, σε αντίθεση προς την αγγλοαμερικανική, άσκησε κάποια επίδραση στη νέα ελληνική, προφανώς λόγω της πολύχρονης σχέσης των δύο γλωσσών, δανείζοντας ορισμένα επιθήματα στην ελληνική, τα οποία χρησιμοποιούνται και σε λέξεις με βάση ελληνική λέξη. Τα επιθήματα αυτά είναι τα εξής: α) -εξ (γαλ. -ex), π.χ. ντούμπλεξ, τέλεξ αλλά και αφρολέξ, στρωματέξ, β) -ερί (γαλ. -erie), π.χ. καροσερί αλλά και ουζερί, γ) -έρα (γαλ. -ier/iè re), π.χ. καφετιέρα, κρουαζιέρα αλλά και αλατιέρα, ψηστιέρα, δ) (γαλ. -é ), π.χ. ντεφορμέ, πανέ αλλά και αγορέ, κυριλέ.
Στον τομέα του Λεξιλογίου οι κύριοι τομείς στους οποίους δανείστηκε η ελληνική από τη γαλλική είναι οι εξής: α) ενδυμασία (π.χ. ζακέτα, καμπαρντίνα, μαγιό, ταγέρ, καρό, γκαρνταρόμπα, δαντέλα, μακιγιάζ, μπιζού), β) χρώματα (π.χ. μπλε, καφέ, μπορντό, ροζ), γ) διακόσμηση (π.χ. αμπαζούρ, σαλόνι), δ) μαγειρική (π.χ. εκλέρ, κρέπα, μπον φιλέ, ορντέβρ), ε) τέχνη και διασκέδαση (βεντέτα, αφίσα, κολάζ, μπαλάντα, ρεσιτάλ, ντοκιμαντέρ, σουξέ, πιόνι, φαβορί), στ) αθλητισμός (γκραν πρι, μποξέρ, σκι, τουρνουά), ζ) τεχνολογία (π.χ. καλοριφέρ, κοντέρ, μοτέρ, ρουλεμάν, καρμπιρατέρ).
Τέλος, η ελληνική πήρε κάποιες φράσεις της γαλλικής, τις οποίες προσάρμοσε μεταφράζοντάς τες στην ελληνική. Ορισμένες από αυτές τις εκφράσεις είναι οι εξής: έλαβε χώρα (γαλ. a eu lieu ), κατά πάσα πιθανότητα (γαλ. selon toute probabilité ), πήρε διαστάσεις (γαλ. a pris des dimensions), παίρνω ενεργό μέρος (γαλ. prendre une part active).



2.2.3. Δάνεια από τη λατινική
Η λατινική είναι η γλώσσα που επικράτησε από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. έως και την τουρκική κατάκτηση του 16ου αι. μ.Χ. στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και σε περιοχές της ανατολικής Ασίας. Το ανατολικό τμήμα του ρωμαϊκού κράτους, το οποίο μετεξελίχθηκε σε βυζαντινό κράτος, είχε μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ. ως επίσημη γλώσσα τη λατινική, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από τη μεσαιωνική ελληνική. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν επόμενο η ελληνική γλώσσα να δανειστεί πληθώρα γλωσσικών στοιχείων από τη λατινική, ένας μεγάλος αριθμός των οποίων επιβιώνει και στη σημερινή ελληνική γλώσσα.
Στον τομέα της Φωνητικής, της Φωνολογίας και της Σύνταξης οι επιδράσεις είναι ανύπαρκτες, αν εξαιρέσει κανείς τη συμβολή της λατινικής στη διαφοροποίηση της ελληνικής γλώσσας κατά τη μεσαιωνική περίοδο.
Στον τομέα της Μορφολογίας η ελληνική δανείστηκε από τη λατινική ορισμένα επιθήματα, μερικά από τα οποία επιβιώνουν στη σημερινή ελληνική: α) -άτος (λατ. -atus), π.χ. πιπεράτος, καρυδάτος, β) -άριος (λατ. -arius ), π.χ. βιβλιοθηκάριος, σχολάριος, γ) -ίσιος (λατ. -ensis), π.χ. βουνίσιος, καμπίσιος, δ) -πουλο (λατ. -ullus), π.χ. αρχοντόπουλο.
Στον τομέα του Λεξιλογίου επιβιώνει στη σημερινή ελληνική ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δανείων από τη λατινική, τα οποία μάλιστα έχουν προσαρμοστεί στη μορφολογία της ελληνικής· τα δάνεια αυτά αφορούν τους έξής τομείς: α) μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος κτλ.), β) διοίκηση και στρατός (πρίγκιπας, καγκελάριος, κάστρο, φουσάτο), γ) αντικείμενα σπιτιού (κούπα, κανάτα, κουρτίνα, σκάλα, πόρτα), δ) τρόφιμα (μαρούλι, γαρδούμπα, μούστος), ε) αντικείμενα γραφής (κώδικας, πένα, μεμβράνη).
Παραμένουν επίσης στη σημερινή ελληνική ορισμένες εκφράσεις της λατινικής, οι οποίες έχουν αποκτήσει ειδική στερεοτυπική σημασία, όπως ad hoc, sine qua non, in medias res, casus belli κ.ά.

2.2.4. Δάνεια από την ιταλική και τη βενετσιάνικη
Οι Βενετοί εμφανίζονται στο Βυζάντιο στις αρχές του 13ου αι. και κατέχουν ένα μεγάλο μέρος του μέχρι την τουρκική κατάκτηση, ενώ μέχρι το 17ο αι. κατέχουν τα Ιόνια νησιά. Παράλληλα, όλο αυτό το διάστημα είναι κυρίαρχοι στη Μεσόγειο Θάλασσα. Από τις σχέσεις αυτές η ελληνική γλώσσα δανείστηκε ορισμένα γλωσσικά στοιχεία, από τα οποία επιβιώνουν στη σημερινή ελληνική λέξεις κυρίως του ναυτικού λεξιλογίου, όπως αρμάδα, πόρτο, κουβέρτα κ.ά.
Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Ιταλούς χρονολογούνται από το 16ο αι., όταν πολλοί Έλληνες λόγιοι κατέφυγαν στην Ιταλία, η οποία αποτελούσε την εποχή εκείνη το πνευματικό κέντρο της Αναγέννησης. Οι σχέσεις αυτές συνεχίστηκαν και τον 20ο αι. μέσω της κυριαρχίας των Ιταλών στα Δωδεκάνησα αλλά και μέσω των πολιτικοοικονομικών και μορφωτικών σχέσεων της Ιταλίας με την Ελλάδα. Η επίδραση των ιταλικών στα ελληνικά αφορά κυρίως τον τομέα του Λεξιλογίου και έχει επηρεάσει πάρα πολλούς τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως τους εξής τομείς: α) τέχνη και μόδα (βάρδος, βιόλα, κομπανία, φούγκα, παντελόνι, φούστα, κονσέρτο, σόλο), β) ναυσιπλοΐα (κάβος, πουνέντης, αμπάρα, καναβάτσο, μπαρκάρω, κουμαντάρω, σινιάλο), γ) συγγένεια και επαγγέλματα (κουνιάδος, κουμπάρος, μπαρμπέρης, μαραγκός, πιλότος, ταπετσιέρης, τορναδόρος), δ) τρόφιμα ( γκαζόζα, μουστάρδα, καραμέλα, κομπόστα, κρέμα, πάστα, σαλάτα, κουφέτο, περγαμόντο, σαλάμι).
Μεγαλύτερη επίδραση, όπως ήταν φυσικό, από τη βενετσιάνικη και την ιταλική δέχτηκαν τα διάφορα ιδιώματα των Επτανήσων και των Δωδεκανήσων, καθώς και η κατωϊταλική διάλεκτος.

2.2.5. Δάνεια από άλλες δυτικές γλώσσες
Τα γλωσσικά δάνεια από άλλες δυτικές γλώσσες είναι περιορισμένα και αφορούν μόνο τον τομέα του Λεξιλογίου. Έτσι, ανάμεσα στις λέξεις που δανείστηκε η ελληνική γλώσσα από τη γερμανική είναι το μάρκο, η μπίρα, το ντίζελ και το σνίτσελ, από την ισπανική οι λέξεις μαλαγάνα, καστανιέτες, παρέα, ταμπάκο και χούντα .




3. Η σημερινή κατάσταση
Η ελληνική γλώσσα δέχτηκε γλωσσικά στοιχεία από γλώσσες της Ανατολής και της Δύσης σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της, διαδικασία η οποία συνεχίζεται και σήμερα. Λόγω όμως της ανάπτυξης των Μ.Μ.Ε., της δυνατότητας για εύκολη μετακίνηση από χώρα σε χώρα αλλά και λόγω της διαφαινόμενης κυριαρχίας της αγγλοαμερικανικής σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, η διαδικασία του γλωσσικού δανεισμού παρουσιάζει προφανώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά που παρουσίαζε ο δανεισμός της ελληνικής γλώσσας από άλλες γλώσσες παλαιότερα. Ο δανεισμός από την αγγλοαμερικανική απλώνεται ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια και χρησιμοποιείται ευρύτατα στον προφορικό λόγο-ιδίως των νέων-αλλά και στο γραπτό λόγο, είναι δραστικότατος σε ορισμένους εξειδικευμένους επιστημονικούς τομείς (πληροφορική, αεροναυτική, οικονομία, φυσική, χημεία, ιατρική κ.ά.) και χρησιμοποιείται συχνά και για υφολογικούς λόγους. Παρόλα αυτά δε φαίνεται προς στιγμή να επηρεάζει τη δομή της νέας ελληνικής, ο δε αριθμός των πραγματικά δίγλωσσων με ισότιμη γνώση της αγγλοαμερικανικής και της ελληνικής είναι σχετικά μικρός.
Γενικά η αγγλοαμερικανική κάνει σήμερα έντονη την παρουσία της στο νεοελληνικό λόγο, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε ότι το “γλωσσικό κέντρο βάρους” της νέας ελληνικής κλίνει σήμερα προς τη Δύση, η οποία αντιπροσωπεύεται από την αγγλοαμερικανική.

  1. Συμπεράσματα-Εκτιμήσεις
Η ελληνική γλώσσα, όπως είδαμε προηγουμένως, βρίσκεται εδώ και είκοσι δύο αιώνες σε μια διαδικασία άλλοτε αναγκαστικού και άλλοτε εθελούσιου δανεισμού. Μετά από μια δραστική επίδραση από μια δυτική γλώσσα, τη λατινική, που κράτησε από το 2ο αι. π.Χ. έως και τον 6ο αι. μ.Χ., πέρασε σε μια εξίσου δραστική επίδραση από μια ανατολική γλώσσα, την τουρκική, που κράτησε από το 15ο έως τις αρχές του 19ου αι. μ.Χ., ενώ τους δύο τελευταίους αιώνες δέχτηκε και δέχεται δραστικές γλωσσικές επιδράσεις από δύο δυτικές γλώσσες, αρχικά τη γαλλική και στη συνέχεια την αγγλοαμερικανική. Όλο αυτό το διάστημα των είκοσι δύο αιώνων δέχτηκε μικρότερης έκτασης επιδράσεις και από άλλες ανατολικές και δυτικές γλώσσες. Όλες αυτές οι επιδράσεις “μπόλιασαν” την ελληνική γλώσσα κυρίως με λέξεις αλλά δεν άλλαξαν τη φυσιογνωμία της, γιατί μπορεί να κλόνισαν-άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο-, αλλά δεν επηρέασαν άμεσα τη φωνολογική και μορφοσυντακτική δομή της ελληνικής γλώσσας. Αντίθετα μάλιστα, πολλά από τα παλαιότερα γλωσσικά δάνεια αφομοιώθηκαν από την ελληνική γλώσσα με τέτοιο τρόπο, ώστε σε πολλές περιπτώσεις να μην φαίνεται ότι πρόκειται για δάνεια. Λειτούργησε δηλαδή η ελληνική γλώσσα ως ένα αποτελεσματικό χωνευτήρι γλωσσικών δανείων από ανατολικές και δυτικές γλώσσες, ώστε να μην είναι δυνατό σήμερα να διακρίνουμε-αν εξαιρέσει κανείς το σύγχρονο δανεισμό από την αγγλοαμερικανική-μια δυτικού ή ανατολικού τύπου φυσιογνωμία της νέας ελληνικής γλώσσας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Α. (1994) Νεολογικός δανεισμός της νεοελληνικής.- Θεσσαλονίκη.
Ανδριώτης, Ν. (1983³ ) Ετυμολογικό Λεξικό της κοινής νεοελληνικής.-Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
Bell, A. (1993) The Language of News Media.-Oxford: Blackwell.
Contossopoulos, Ν.(1978) L’ influence du franç ais sur le grec.-Athènes .
Hagè ge, C. H πνοή της γλώσσας.-Αθήνα: Κάτοπτρο.
Haugen, E. (1950) “The analysis of linguistic borrowing” Language 26, pp. 210-231.
Γιανίδης, Ε. (1969² ) Γλώσσα και ζωή.-Κάλβος: Αθήνα.
Kappler, M. (1997) “Ü ber die Funktion der Turzismen im griechischen Journalismus” Zeitschrift fü r Balkanologie 33/1, pp. 26-38.
Κοντοσόπουλος, Ν. (1981) Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.-Αθήνα.
Μπόγκας, Ευ. (1951) “Τα εις την τουρκικήν, περσικήν και αραβικήν δάνεια της ελληνικής” Αθηνά 55, σσ. 67-113.
Πετρόπουλος, Η. (1971) Καλιαρντά.-Αθήνα: Δίγαμμα.
Πετρούνιας, Ε. (1991) “Νεοελληνικό επίθημα -αρία από τα βενετσιάνικα και συγγενικά. Πολλαπλές πηγές δανεισμού και αναδανεισμός” στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 11.-Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, σσ. 53-69.
Σετάτος, Μ. (1990) “Ελληνική και Τουρκική (μερικές περιπτώσεις δανεισμού)” στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 11.-Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυρ/δη, σσ. 129-139.
Symeonidis, Ch. (1971-1972) “Lautlhere der tü rkischen Lehnwö rter im neugriechischen Dialekt des Pontos” in Αρχείον Πόντου 31, pp. 19-234.
Συμεωνίδης, Χ. (1972-73) “Ποντιακά έτυμα ανατολικής προέλευσης. Συμβολή πρώτη (Α-Λ)”, Αρχείον Πόντου 32, σσ. 311-336.
Symeonidis, Ch. (1997) “Tü rkisch-griechische phraseologische Isoglossen anhand von Bezeichnungen fü r menschliche Kö rperteile und Organe” Zeitschrift fü r Balkanologie 33/1, pp. 76-90.
Τζιτζιλής, Χρ. (1995) “Λεξικό: συμπλήρωση υπάρχοντος ή σύνταξη νέου ενιαίου λεξικού;” Αρχείον Πόντου 46, σσ. 34-46.
Tzitzilis, Ch. (1997) “Die tü rkischen Elemente im Neugriechischen verglichen mit den tü rkischen Elementen in anderen Balkansprachen” Zeitschrift fü r Balkanologie 33/1, pp. 101-112.
Τομπαϊδης, Δ. (1990) Ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης.-Αθήνα: Επικαιρότητα.
Τσοπανάκης, Αγ. (1994) Νεοελληνική Γραμματική.-Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη-Εστία.
Χαραλαμπάκης, Χ. (1992) “Μεταφραστικά δάνεια της νέας ελληνικής από ευρωπαϊκές γλώσσες” στο Νεοελληνικός λόγος.-Αθήνα: Νεφέλη, σσ. 327-344.
Χατζησαββίδης, Σ. (1985) Φωνολογική ανάλυση της ποντιακής διαλέκτου (ιδίωμα της Ματσούκας).-Θεσσαλονίκη.
Χατζησαββίδης, Σ. (1995) “Ελληνική-Ρομανές (τσιγγάνικα): μερικές περιπτώσεις αμοιβαίου δανεισμού” στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 16.-.Θεσσαλονίκη, σσ. 585-596.
Χατζησαββίδης, Σ. (1998)

“Ο μη ακροαματικός σχεδιασμός (referee design) στον ελληνικό λόγο μαζικής επικοινωνίας” στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα.18.- Θεσσαλονίκη, σσ. 501-512.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails